Η λέξη «γαζέττα» στα ελληνικά σημαίνει εφημερίδα. Πρόκειται για λόγια/παλαιότερη λέξη, που προέρχεται από τα ιταλικά (gazzetta). Στα ελληνικά χρησιμοποιήθηκε κυρίως:
- σε παλιότερα κείμενα,
- σε επίσημους ή ιστορικούς τίτλους,
- ή σήμερα με ειρωνική ή δημοσιογραφική χροιά.
Παράδειγμα:
«Η γαζέττα της εποχής κατέγραψε τα γεγονότα με κάθε λεπτομέρεια».
Στη σύγχρονη καθομιλουμένη έχει σχεδόν αντικατασταθεί πλήρως από τη λέξη «εφημερίδα», αλλά επιβιώνει ως ύφος ή αναφορά στο παρελθόν.