Χωρίς να προσανατολίζεται, τουλάχιστον προς το παρόν, σε νέα οριζόντια επιδότηση των πράσινων τιμολογίων ηλεκτρικού ρεύματος, κινείται η κυβέρνηση, την ώρα που οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά παρουσιάζουν εκ νέου έντονες διακυμάνσεις.
Η σημερινή στρατηγική διαφέρει από την περίοδο της προηγούμενης ενεργειακής κρίσης, όταν οι κρατικές ενισχύσεις χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλη κλίμακα για να περιοριστούν οι επιβαρύνσεις στους λογαριασμούς ρεύματος.
Πλέον, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα σταθερά, μπλε τιμολόγια, τα οποία μπορούν να προσφέρουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στους καταναλωτές σε περίπτωση νέων αυξήσεων.
Ρεύμα: Ανεβαίνει η χονδρεμπορική τιμή
Η συζήτηση για τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος επανέρχεται καθώς η χονδρεμπορική αγορά καταγράφει σημαντικές μεταβολές.
Στις 24 Σεπτεμβρίου, η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκε στα 175,59 ευρώ ανά MWh, σημειώνοντας ημερήσια άνοδο 14,12%.
Παράλληλα, η μέση τιμή του Σεπτεμβρίου κινείται περίπου 20% υψηλότερα σε σχέση με τον Αύγουστο, γεγονός που δημιουργεί εύλογο ενδιαφέρον για τις τιμές που θα ανακοινώσουν οι πάροχοι στα πράσινα τιμολόγια του Οκτωβρίου.
Η εξέλιξη αφορά εκατομμύρια καταναλωτές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ για τον Ιούνιο του 2026, περίπου 3,159 εκατομμύρια καταναλωτές, σχεδόν τα δύο τρίτα των μετρητών, παρέμεναν σε κυμαινόμενα πράσινα τιμολόγια.
Για αυτή την κατηγορία καταναλωτών, οι μεταβολές στη χονδρεμπορική αγορά μπορούν να αποτυπωθούν ταχύτερα στις τελικές χρεώσεις.
Γιατί προωθούνται τα μπλε τιμολόγια
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα σταθερά μπλε τιμολόγια αποκτούν μεγαλύτερη σημασία στον κυβερνητικό σχεδιασμό.
Η βασική διαφορά τους είναι ότι η τιμή της κιλοβατώρας παραμένει σταθερή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ανάλογα με τους όρους του συμβολαίου.
Έτσι, ο καταναλωτής γνωρίζει εκ των προτέρων το κόστος της ενέργειας που θα πληρώνει και περιορίζει την έκθεσή του σε απότομες αυξήσεις της χονδρεμπορικής αγοράς.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ένα σταθερό τιμολόγιο είναι σε κάθε περίπτωση οικονομικά συμφερότερο. Η τελική επιλογή εξαρτάται από την τιμή του συμβολαίου, τη διάρκειά του, τις χρεώσεις και την πορεία της αγοράς.
Το κρίσιμο ζήτημα για την αγορά είναι εάν οι πάροχοι θα συνεχίσουν να προσφέρουν ανταγωνιστικές τιμές στα σταθερά προϊόντα, ιδιαίτερα εφόσον οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας παραταθούν.
Δεν αποκλείεται νέα κρατική παρέμβαση
Παρά το γεγονός ότι δεν έχει αποφασιστεί νέα οριζόντια επιδότηση, η κυβέρνηση δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο παρέμβασης στο μέλλον.
Εάν οι υψηλές τιμές συνεχιστούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και οι πιέσεις στους καταναλωτές ενταθούν, το θέμα μπορεί να επανεξεταστεί.
Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει καθοριστεί συγκεκριμένη τιμή-«κόκκινη γραμμή» που θα οδηγεί αυτόματα στην ενεργοποίηση επιδοτήσεων.
Οι τελικές αποφάσεις θα εξαρτηθούν από:
-
την πορεία της χονδρεμπορικής αγοράς,
-
τη διάρκεια των αυξήσεων,
-
τις τιμές που θα διαμορφωθούν στα πράσινα τιμολόγια,
-
τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια.
Φυσικό αέριο: Τα σενάρια για τον χειμώνα
Στο μικροσκόπιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας βρίσκεται παράλληλα και η αγορά φυσικού αερίου, ενόψει της χειμερινής περιόδου.
Έχουν εξεταστεί διαφορετικά σενάρια για την πορεία των διεθνών τιμών, αλλά και για το δημοσιονομικό κόστος που θα είχε μια πιθανή νέα κρατική στήριξη.
Προς το παρόν, δεν έχει ληφθεί απόφαση για νέα επιδότηση.
Η πορεία των διεθνών τιμών φυσικού αερίου και το κόστος που θα συνεπαγόταν ένα νέο μέτρο για τον κρατικό προϋπολογισμό αναμένεται να αποτελέσουν βασικούς παράγοντες στις επόμενες αποφάσεις.
Παρά την αβεβαιότητα, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να εμφανίζει συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι του πετρελαίου θέρμανσης, ακόμη και στην περίπτωση αισθητής αύξησης των τιμών του.
Ενεργοβόρα βιομηχανία: Ζητείται διεύρυνση της στήριξης
Ξεχωριστό κεφάλαιο αποτελεί το ενεργειακό κόστος για την ενεργοβόρα βιομηχανία.
Περίπου 40 βιομηχανικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα καλύπτονται σήμερα από τον υφιστάμενο μηχανισμό αντιστάθμισης, με συνολική κατανάλωση περίπου 7 TWh.
Ωστόσο, σημαντικός αριθμός επιχειρήσεων παραμένει εκτός του συγκεκριμένου μηχανισμού, με τους εκπροσώπους της βιομηχανίας να ζητούν διεύρυνση της στήριξης.
Στόχος είναι περισσότερες ενεργοβόρες επιχειρήσεις να αποκτήσουν μεγαλύτερη προστασία απέναντι στις διακυμάνσεις των τιμών και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο ενεργειακό κόστος.
CISAF και METSAF στο επίκεντρο
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα εξετάζει τις δυνατότητες που προσφέρουν τα νέα ευρωπαϊκά εργαλεία στήριξης, με το CISAF και το METSAF να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο έχει ήδη αξιοποιηθεί ή εξεταστεί από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Ιταλία, η Βουλγαρία και η Σλοβενία.
Μέσω του CISAF μπορεί να δημιουργηθεί μηχανισμός στήριξης διάρκειας έως και τριών ετών, προσφέροντας στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις μεγαλύτερη σταθερότητα ως προς το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.
Στην Ελλάδα έχουν εξεταστεί διαφορετικά μοντέλα, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν οριστικοποιηθεί ούτε ο αριθμός των επιχειρήσεων που θα ενταχθούν ούτε το ύψος της πιθανής ενίσχυσης.
Πάνω από 700 επιχειρήσεις ζητούν μεγαλύτερη προστασία
Η ελληνική βιομηχανία επιδιώκει την αξιοποίηση του ευρωπαϊκού πλαισίου, ώστε περισσότερες από 700 ενεργοβόρες μεταποιητικές επιχειρήσεις να αποκτήσουν μεγαλύτερη προστασία από τις διακυμάνσεις του ενεργειακού κόστους.
Παράλληλα, εξετάζεται η σύνδεση των ενισχύσεων με επενδύσεις για την πράσινη μετάβαση, όπως έργα αποθήκευσης ενέργειας, βελτίωσης ενεργειακής απόδοσης, εξηλεκτρισμού και απανθρακοποίησης.
Η εξίσωση παραμένει σύνθετη για την κυβέρνηση: από τη μία βρίσκεται η ανάγκη να προστατευθούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις από ένα νέο κύμα αυξήσεων και από την άλλη η ανάγκη κάθε κρατική παρέμβαση να παραμένει εντός των δημοσιονομικών δυνατοτήτων.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να είναι κρίσιμο για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς θα φανεί η πορεία της χονδρεμπορικής τιμής, οι χρεώσεις των πράσινων τιμολογίων και η ανταπόκριση των καταναλωτών στα σταθερά προγράμματα, ενώ παράλληλα θα αποσαφηνιστεί εάν και πώς θα αξιοποιηθούν τα ευρωπαϊκά εργαλεία για την ενεργοβόρα βιομηχανία.