Οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και η επιδείνωση του διεθνούς οικονομικού κλίματος επηρεάζουν πλέον άμεσα τις συζητήσεις για τον κατώτατο μισθό στην Ελλάδα. Τα σενάρια που μέχρι πρόσφατα προέβλεπαν σημαντικές αυξήσεις στις κατώτατες αποδοχές, ακόμη και πάνω από τα 950 ευρώ έως το 2027, επανεξετάζονται λόγω της νέας ανόδου στις τιμές της ενέργειας και των πληθωριστικών πιέσεων που δημιουργούνται στην οικονομία.
Η ενεργειακή κρίση που επανέρχεται στο προσκήνιο επηρεάζει ήδη βασικούς τομείς της οικονομίας. Οι αυξήσεις στην ενέργεια μεταφέρονται σταδιακά στα καύσιμα, στις μεταφορές και σε βασικά προϊόντα, αυξάνοντας το κόστος ζωής για τα νοικοκυριά. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένα λειτουργικά έξοδα, γεγονός που δυσκολεύει την απορρόφηση μεγάλων αυξήσεων στο μισθολογικό κόστος.
Η επόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού αναμένεται να τεθεί σε ισχύ από την 1η Απριλίου 2026
Η απόφαση αυτή αφορά άμεσα περισσότερους από 575.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή περίπου το ένα τέταρτο των μισθωτών στη χώρα. Παράλληλα, επηρεάζει και περίπου 600.000 εργαζόμενους στο Δημόσιο, καθώς ο κατώτατος μισθός αποτελεί πλέον ενιαία βάση υπολογισμού για τις εισαγωγικές αποδοχές και στον δημόσιο τομέα.
Οι περισσότερες προτάσεις που έχουν κατατεθεί στη διαδικασία διαβούλευσης συγκλίνουν σε αύξηση περίπου 4%. Ένα τέτοιο ποσοστό αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 40 έως 50 ευρώ τον μήνα, κάτι που θα οδηγούσε τον κατώτατο μισθό από τα 880 ευρώ που είναι σήμερα σε επίπεδα μεταξύ 920 και 930 ευρώ μεικτά.
Οι οικονομικοί φορείς εμφανίζονται ιδιαίτερα προσεκτικοί στις εκτιμήσεις τους. Πολλά ινστιτούτα επισημαίνουν ότι ο κατώτατος μισθός δεν πρέπει να αποτελεί τον βασικό μηχανισμό για γενικευμένες αυξήσεις στην αγορά εργασίας. Τονίζουν ότι οι αναπροσαρμογές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τόσο τον πληθωρισμό όσο και την παραγωγικότητα, ώστε να αποφευχθούν στρεβλώσεις στην οικονομία.
Οι εργοδοτικοί φορείς δεν απορρίπτουν την αύξηση, αλλά θέτουν προϋποθέσεις. Ζητούν κυρίως τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους, μέσω της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών και της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τους ίδιους, μια τέτοια παρέμβαση θα διευκολύνει τις επιχειρήσεις να απορροφήσουν την αύξηση των μισθών χωρίς να επηρεαστεί η βιωσιμότητά τους.
Ιδιαίτερα ανήσυχες εμφανίζονται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Σε πολλούς κλάδους, όπως το εμπόριο και ο τουρισμός, το εργατικό κόστος αποτελεί σημαντικό μέρος των συνολικών εξόδων λειτουργίας. Για τον λόγο αυτό οι επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι οι αυξήσεις πρέπει να σχεδιαστούν προσεκτικά, ώστε να μην οδηγήσουν σε απώλεια θέσεων εργασίας ή σε αύξηση της αδήλωτης εργασίας.
Από την πλευρά των εργαζομένων τα αιτήματα είναι σημαντικά υψηλότερα. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η συνεχιζόμενη άνοδος των τιμών έχει περιορίσει σημαντικά την αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων και ζητούν πιο ουσιαστική αύξηση των αποδοχών.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να προσεγγίσει περίπου τα 1.050 ευρώ μεικτά. Το επίπεδο αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 60% του διάμεσου μισθού, ποσοστό που χρησιμοποιείται διεθνώς ως δείκτης για τον καθορισμό ενός επαρκούς κατώτατου μισθού.
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις, η σταδιακή αύξηση των εισοδημάτων παραμένει βασικός στόχος της οικονομικής πολιτικής. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να θέτει ως ορίζοντα το 2027 για την επίτευξη κατώτατου μισθού κοντά ή και πάνω από τα 950 ευρώ, καθώς και μέσου μισθού περίπου 1.500 ευρώ.
Ωστόσο η πορεία προς αυτόν τον στόχο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία της οικονομίας, τον πληθωρισμό και τη σταθερότητα του διεθνούς περιβάλλοντος. Οι τελικές αποφάσεις για τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού αναμένονται το επόμενο διάστημα, σε μια περίοδο όπου η οικονομική αβεβαιότητα καθιστά τις επιλογές ιδιαίτερα σύνθετες για κυβέρνηση, επιχειρήσεις και εργαζόμενους.