Η λέξη «ρούχο» έχει καθαρά ελληνική καταγωγή και μάλιστα πολύ παλιά.
Προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα ῥέω (= ρέω, κυλώ).
Από αυτό προήλθε το ουσιαστικό ῥοῦχος, που σήμαινε αρχικά ύφασμα που “ρέει”, πέφτει χαλαρά πάνω στο σώμα.
Με τα χρόνια:
ῥοῦχος → ρούχος
και τελικά καθιερώθηκε στη νεοελληνική ως η γενική λέξη για το ένδυμα / ρούχο.
Η σημασία έχει ενδιαφέρον γιατί δεν περιγράφει απλώς κάτι που φοράμε, αλλά τον τρόπο που “κυλά” και αγκαλιάζει το σώμα, κάτι πολύ χαρακτηριστικό της αρχαίας ενδυμασίας (χιτώνες, ιμάτια κ.λπ.).