Η λέξη «καϊμάκι» στα ελληνικά έχει δύο βασικές έννοιες, ανάλογα με το πλαίσιο:
Στη γεύση/φαγητό: Το καϊμάκι είναι η παχιά, κρεμώδης κρέμα που σχηματίζεται στην επιφάνεια του φρέσκου γάλακτος όταν βράσει ή από γιαούρτι. Είναι πολύ δημοφιλές στη Μικρά Ασία και στην Κρήτη, αλλά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.
Μεταφορική χρήση: Χρησιμοποιείται και για να περιγράψει κάτι πολύ ωραίο, το «κρέμα της κρέμας», το καλύτερο μέρος ή το καλύτερο αποτέλεσμα.
Όσον αφορά την προέλευση της λέξης:
Προέρχεται από τα τούρκικα, από τη λέξη kaymak που σημαίνει επίσης «κρέμα» ή «παχιά κρέμα γάλακτος».
Η τουρκική λέξη πιθανόν να έχει ρίζες στα τουρκομογγολικά, όπου το kaymak σήμαινε «το καλύτερο μέρος» ή «το επιπλέον λίπος», υποδηλώνοντας την αφράτη, παχιά υφή της κρέμας.