Η λέξη «καρνέ» αναφέρεται κυρίως σε ένα μικρό τετραδάκι/μπλοκ για πρόχειρες σημειώσεις (τηλέφωνα, διευθύνσεις, ραντεβού) ή σε μπλοκ με φύλλα που αποσπώνται εύκολα, όπως καρνέ επιταγών, εισιτηρίων ή αποδείξεων.
Η ελληνική εκδοχή της λέξης «καρνέ» είναι «κουπόνι» ή «κουπόνια» όταν αναφερόμαστε σε δεσμίδες εισιτηρίων, δελτίων ή σημειώσεων που χρησιμοποιούνται για πληρωμές, εισόδους, ταξίδια κ.λπ.
Η λέξη «καρνέ» προέρχεται από το γαλλικό «carnet», που σημαίνει «μικρό βιβλιαράκι» ή «δεσμίδα χαρτιών». Το «carnet» με τη σειρά του προέρχεται από το λατινικό «carnetum», υποκοριστικό του «carta» (χαρτί). Στην πράξη, το καρνέ χρησιμοποιείται ως συλλογή κουπονιών ή εισιτηρίων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σταδιακά.