Η λέξη «μίρλα» έχει ενδιαφέρουσα και κάπως «ηχητική» προέλευση.
Ετυμολογία
Προέρχεται από το ρήμα «μιρλώ» / «μιρλάω», που σημαίνει γκρινιάζω, παραπονιέμαι συνεχώς.
Το ρήμα αυτό θεωρείται ηχομιμητικό, δηλαδή μιμείται τον μονότονο και επαναλαμβανόμενο ήχο της γκρίνιας (μιρ-μιρ-μιρ), όπως ακριβώς ακούγεται σε κάποιον που παραπονιέται αδιάκοπα.
Σημασία
Η μίρλα είναι:
- το άτομο που γκρινιάζει συνεχώς,
- συνήθως για μικροπράγματα,
- με τρόπο κουραστικό για τους γύρω του.
Παράδειγμα:
«Μην κάνεις έτσι, έχεις γίνει μίρλα!»
Χροιά της λέξης
Η λέξη έχει καθαρά λαϊκό και προφορικό χαρακτήρα και χρησιμοποιείται συχνά με:
- ελαφρώς ειρωνική διάθεση ή
- χαϊδευτικά, ειδικά μεταξύ οικείων προσώπων.
Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.