Η λέξη «σνιφάρω» προέρχεται από το αγγλικό «sniff», που σημαίνει «μυρίζω» ή «ρουφάω από τη μύτη».
Στην ελληνική γλώσσα, η πιο κοντινή, καθαρά ελληνική εκδοχή θα ήταν:
- μυρίζω (γενικά, για την αίσθηση της όσφρησης)
- ρουφάω τη μύτη (πιο περιγραφικό, αν πρόκειται για ρινική εισπνοή, π.χ. όταν κάποιος ρουφάει σκόνη)
Σε καθημερινή γλώσσα, συχνά χρησιμοποιείται η λέξη «ρουφάω» για να αποδώσει την έννοια του «σνιφάρω» όταν αναφερόμαστε σε υγρά ή σκόνη που εισπνέονται από τη μύτη.
Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.