Η λέξη «κοπερτί» στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα μικρό φάκελο ή ένα χαρτάκι τύπου επιστολής ή πρόσκλησης. Προέρχεται από τη γαλλική λέξη «couvert», που σημαίνει «φάκελος» ή «σκεπασμένο/καλυμμένο».
Στην καθημερινή χρήση, συνήθως αναφέρεται σε:
- μικρό φάκελο που περιέχει κάρτα ή σημείωμα, π.χ. «έστειλε ένα κοπερτί με πρόσκληση για το γάμο».
- λιγότερο συχνά, ως μεταφορική χρήση, μπορεί να δηλώνει κάτι μικρό, περιεκτικό ή «κρυφό», ανάλογα με τα συμφραζόμενα.
Η λέξη «κοπερτί» προέρχεται από τη γαλλική λέξη «couvert» που σημαίνει κυριολεκτικά «σκεπασμένο» ή «καλυμμένο», αλλά στην καθημερινή χρήση στα γαλλικά σημαίνει και φάκελος.
Η πορεία της λέξης στην ελληνική είναι μάλλον μέσω καποιας καθομιλουμένης γαλλοφωνίας του 19ου αιώνα, όταν πολλά αντικείμενα καθημερινής χρήσης (όπως επιστολικά είδη, ρούχα, έπιπλα) υιοθετήθηκαν από τα γαλλικά. Στην ελληνική η λέξη εξελίχθηκε φωνητικά σε «κοπερτί», διατηρώντας τη σημασία του μικρού φακέλου ή επιστολικού χαρτιού.