Η λέξη «εσάνς» προέρχεται από τη γαλλική λέξη essence και στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται κυρίως με δύο βασικές σημασίες:
Άρωμα / Αρωματικό έλαιο: Συχνά χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα συμπυκνωμένο άρωμα ή άρωμα τροφίμου. Για παράδειγμα:
«Πρόσθεσα λίγη εσάνς βανίλιας στο γλυκό.»
Στην ουσία, πρόκειται για τη «συμπυκνωμένη γεύση ή μυρωδιά» ενός φυσικού ή συνθετικού προϊόντος.
Ουσία / Αποτέλεσμα της ουσίας ενός πράγματος (λιγότερο συχνά στη σύγχρονη καθημερινή χρήση): Στο πλαίσιο φιλοσοφίας ή παλαιότερων κειμένων, η λέξη μπορεί να σημαίνει την «ουσία» ή το
«είδος» ενός πράγματος, δηλαδή αυτό που το καθορίζει και το κάνει μοναδικό.
Στην καθημερινή γλώσσα, όταν ακούς εσάνς, σχεδόν πάντα εννοεί άρωμα ή γεύση σε συμπυκνωμένη μορφή.