Η λέξη «ντεγκραντέ» (γαλλικά: dégrader, ουσιαστικό: dégradé) χρησιμοποιείται κυρίως στη γλώσσα της μόδας, της αισθητικής και της κομμωτικής και αναφέρεται σε σταδιακή μετάβαση ή διαβάθμιση από ένα χρώμα σε άλλο, ή πιο γενικά σε κάτι που φθίνει/μειώνεται σταδιακά.
Στα ελληνικά η πιο κοντινή εκδοχή της είναι:
- διαβάθμιση
- σταδιακή μετάβαση
- βαθμιαία φθίνουσα κλίμακα
Παράδειγμα:
Στην κομμωτική: «Το χτένισμα έχει ένα όμορφο ντεγκραντέ από ξανθό σε καστανό» → «Το χτένισμα έχει μια όμορφη διαβάθμιση από ξανθό σε καστανό».