Η λέξη «πασπαρτού» έχει δύο βασικές χρήσεις στην ελληνική γλώσσα: μία κυριολεκτική και μία μεταφορική.
1. Κυριολεκτικά (σχετικά με πλαίσιο ή τέχνη):
Το πασπαρτού είναι το χαρτόνι ή το χαρτί που τοποθετείται γύρω από μια εικόνα ή φωτογραφία μέσα σε κορνίζα, για να ξεχωρίζει από το γυαλί και να τονίζεται αισθητικά. Συχνά είναι λευκό ή εκρού και δημιουργεί ένα «περίγραμμα» γύρω από την εικόνα.
Παράδειγμα: «Η φωτογραφία έχει πασπαρτού για να αναδειχθεί καλύτερα στην κορνίζα.».
2. Μεταφορικά (γενική χρήση):
Χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι ή κάποιον που είναι πολυλειτουργικός, που «ταιριάζει παντού» ή έχει πολλές χρήσεις. Η φράση «πασπαρτού» συχνά αναφέρεται σε αντικείμενα ή ανθρώπους που μπορούν να ανταποκριθούν σε διάφορους ρόλους.
Παράδειγμα: «Αυτό το εργαλείο είναι πασπαρτού — κάνει για όλα!»
Η λέξη προέρχεται από τη γαλλική φράση «passe-partout», που κυριολεκτικά σημαίνει «διαβατήριο παντού» ή «περνά παντού».