Breaking news

Λέξεις και γλώσσα
A

Η λέξη «κρεσέντο» προέρχεται από την ιταλική λέξη crescendo, που σημαίνει «αυξανόμενο». Στα ελληνικά χρησιμοποιείται κυρίως με δύο σημασίες:

Στη μουσική: Αναφέρεται σε μια σταδιακή αύξηση της έντασης ή της δυναμικής ενός μουσικού κομματιού. Δηλαδή, όταν λέμε ότι ένα κομμάτι έχει κρεσέντο, ο ήχος γίνεται όλο και πιο δυνατός.

Παράδειγμα: «Το έργο τελειώνει με ένα δραματικό κρεσέντο.»

Μεταφορικά / στην καθημερινή γλώσσα: Χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια συνεχόμενη ή αυξανόμενη ένταση σε γεγονότα, συναισθήματα ή καταστάσεις.

Παράδειγμα: «Η ένταση στη συζήτηση έφτασε σε κρεσέντο.»

Google News Ακολουθήστε το Proson στo Google News

Δημοφιλείς Ειδήσεις