Breaking news

Λέξεις και γλώσσα
A

Έχετε αναρωτηθεί πως είναι στα ελληνικά η λέξη «μποϊκοτάζ»;  Η ελληνική εκδοχή της λέξης «μποϊκοτάζ» είναι: αποχή (ιδίως όταν πρόκειται για αποχή από αγορά, συμμετοχή ή συνεργασία)

Ανάλογα με τα συμφραζόμενα, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν οι λέξεις:

  • αποκλεισμός
  • άρνηση συνεργασίας
  • συντονισμένη αποχή

Η λέξη «μποϊκοτάζ» προέρχεται από το αγγλικό boycott, που με τη σειρά του προήλθε από το επώνυμο του Charles Boycott, Ιρλανδού διαχειριστή γαιών του 19ου αιώνα, εναντίον του οποίου εφαρμόστηκε οργανωμένη κοινωνική και οικονομική απομόνωση.

Ο όρος «μποϊκοτάζ»

Ο όρος µποϊκοτάζ ή µποϋκοτάζ είναι ένας διεθνής όρος (γαλλικά boycottage, αγγλικά boycott) που συνήθως αποδίδεται ως εμπορική απομόνωση, άρνηση εμπορικής σχέσης και αντίστοιχων οικονομικών επαφών.

Ο όρος αυτός προήλθε από το όνομα του Άγγλου γαιοκτήμονα Τσαρλς Μπόικοτ (Charles Boycott) στον οποίο αρνήθηκαν οι καλλιεργητές του κάθε υπηρεσία.

Στη ναυτιλία το μποϊκοτάζ εκδηλώνεται κυρίως ως "εργατικό μποϊκοτάρισμα" όπως για παράδειγμα η άρνηση λιμενεργατών να εκφορτώσουν πλοίο κάποιας χώρας κατά της οποίας έχει εκδηλωθεί εμπορική απαγόρευση.

  • Κατά το Διεθνές Δίκαιο το μποϊκοτάζ χαρακτηρίζεται ως ειρηνικό μέτρο πίεσης.
  • Το μποϊκοτάζ δεν θα πρέπει να συγχέεται με την κωλυσιπλοΐα, (το κοινώς εμπάργκο).

Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για ακόμη περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες ελληνικές λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.  

Google News Ακολουθήστε το Proson στo Google News

Δημοφιλείς Ειδήσεις