Η λέξη «ρεκτιφιέ» προέρχεται από τη γαλλική λέξη «rectifié», που σημαίνει «διορθωμένο», «βελτιωμένο» ή «καθαρισμένο». Στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται κυρίως σε τεχνικά και χημικά πλαίσια, καθώς και στην καθημερινή ομιλία σε πιο εξειδικευμένες έννοιες.
«Ρεκτιφιέ»
- (μηχανολογία): η αποκατάσταση μιας μηχανής, στην αρχική εργοστασιακή κατάσταση ώστε να λειτουργεί σωστά
- (ειδικότερα) η αποκατάσταση ενός φθαρμένου κυλίνδρου, με λείανση των εξωτερικών τοιχωμάτων του
Οι κυριότερες σημασίες του «ρεκτιφιέ»:
Χημική – Αλκοολούχα ποτά:
Στον χώρο των ποτών, ένα «ρεκτιφιέ» είναι ένα αποσταγμένο οινόπνευμα υψηλής καθαρότητας, συνήθως χωρίς χρώμα ή γεύση, που έχει υποστεί διπλή ή πολλαπλή απόσταξη για να αφαιρεθούν ακαθαρσίες. Π.χ. το αποσταγμένο οινόπνευμα 96° λέγεται συχνά «απλό ρεκτιφιέ».
Μηχανική / Ηλεκτροτεχνία:
Στα ηλεκτρονικά και στα οχήματα, το «ρεκτιφιέ» αναφέρεται σε μια συσκευή που μετατρέπει το εναλλασσόμενο ρεύμα (AC) σε συνεχές ρεύμα (DC), δηλαδή ένα ανόρθωση ρεύματος.
Γενική έννοια:
Οποιοδήποτε προϊόν ή διαδικασία που έχει «βελτιωθεί» ή «καθαριστεί» μπορεί να χαρακτηριστεί ρεκτιφιέ, αλλά αυτή η χρήση είναι πιο σπάνια.
Συμπέρασμα: Στην ελληνική γλώσσα, η λέξη «ρεκτιφιέ» συνδέεται κυρίως με καθαρό, αποσταγμένο οινόπνευμα ή με συσκευές/διαδικασίες διόρθωσης και καθαρισμού, ανάλογα με το πλαίσιο.