Breaking news

Λέξεις και γλώσσα
A

Η ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει διαχρονικά για τον πλούτο και την ακρίβεια της έκφρασής της, διαθέτοντας ένα σπάνιο λεξιλογικό απόθεμα που αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο σκέψεις, συναισθήματα και έννοιες, μερικές φορές και από λέξεις ξενικής προέλευσης. Μία από αυτές είναι και η λέξη «ρακόρ».

Τι σημαίνει η λέξη «ρακόρ»

 

  1. λυόμενος σύνδεσμος, εξάρτημα, συνήθως μεταλλικό, με βόλτες από τη μία πλευρά και ειδικό τρόπο σύσφιξης από την άλλη που χρησιμοποιείται για να ενώσει δύο σωλήνες εκ των οποίων μόνο ο ένας έχει βόλτες
  2. (κινηματογράφος) η απαραίτητη συνέχεια μεταξύ δύο διαφορετικών πλάνων της ίδιας σκηνής π.χ. ξαναγύρισαν το πλάνο, επειδή η πρωταγωνίστρια κατά λάθος κρέμασε την τσάντα της στον αριστερό ώμο και όχι στο δεξί, κι έτσι χάλασε το ρακόρ

Από πού βγήκε η λέξη «ρακόρ»;

Η λέξη «ρακόρ» προέρχεται από τη γαλλική λέξη raccord, που σημαίνει «σύνδεση», «ταίριασμα» ή «συνέχεια».

Στη γαλλική γλώσσα το raccord προέρχεται από το ρήμα raccorder (συνδέω, εναρμονίζω), το οποίο σχηματίζεται από το πρόθεμα re- (ξανά) και το accorder (συμφωνώ, ταιριάζω).

Πώς καθιερώθηκε στα ελληνικά

Η λέξη πέρασε στα ελληνικά κυρίως μέσα από τον χώρο του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Στον οπτικοακουστικό τομέα, το «ρακόρ» σημαίνει:

  • τη συνέχεια ανάμεσα σε δύο πλάνα (π.χ. ίδια στάση σώματος, ίδια θέση αντικειμένων),
  • τη συνέπεια σε λεπτομέρειες σκηνών κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

Για παράδειγμα, αν σε μια σκηνή ένας ηθοποιός κρατά το ποτήρι με το δεξί χέρι και στο επόμενο πλάνο το κρατά με το αριστερό χωρίς λόγο, τότε «χάνεται το ρακόρ».

Με την πάροδο του χρόνου, η λέξη χρησιμοποιείται και μεταφορικά στην καθομιλουμένη, για να δηλώσει τη συνοχή ή τη σύνδεση μεταξύ καταστάσεων ή αφηγήσεων.

Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για ακόμη περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες ελληνικές λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε. 

Google News Ακολουθήστε το Proson στo Google News

Δημοφιλείς Ειδήσεις