Η λέξη «πικέ» προέρχεται από το γαλλικό piqué και χρησιμοποιείται κυρίως σε δύο βασικά συμφραζόμενα στα ελληνικά.
1. Στην ένδυση και τα υφάσματα
Το πικέ είναι είδος υφάσματος με ανάγλυφη ύφανση, που έχει μικρά «νερά» ή μοτίβα στην επιφάνειά του. Είναι ελαφρύ και σχετικά δροσερό.
Συχνά χρησιμοποιείται σε:
- μπλούζες τύπου πόλο
- καλοκαιρινά φορέματα
- σεντόνια ή καλύμματα
Η πιο κοντινή ελληνική απόδοση είναι:
- ανάγλυφο βαμβακερό ύφασμα ή
- ανάγλυφη ύφανση.
Στην πράξη όμως η λέξη «πικέ» έχει καθιερωθεί αυτούσια στη γλώσσα και χρησιμοποιείται κανονικά.
2. Στη ραπτική / διακόσμηση υφάσματος
Μπορεί επίσης να σημαίνει τεχνική ραφής ή καπιτονέ ύφανσης που δημιουργεί μικρό ανάγλυφο σχέδιο.
Παράδειγμα χρήσης:
- «Φορούσε μια πικέ μπλούζα πόλο.»
Συμπέρασμα:
Η λέξη δεν έχει μια σύντομη καθιερωμένη καθαρά ελληνική λέξη. Η πιο σωστή περιγραφική απόδοση είναι «ανάγλυφο ύφασμα», αλλά στην καθημερινή χρήση λέμε απλώς πικέ.