Η λέξη «κόρτε» είναι δάνειο από τα ιταλικά (από το corte) και στα ελληνικά χρησιμοποιείται κυρίως σε πιο παλαιό ή λαϊκό ύφος.
Σημασίες:
1. Ερωτοτροπία / φλερτ
Αναφέρεται στη διαδικασία με την οποία κάποιος προσπαθεί να κερδίσει το ενδιαφέρον ή την αγάπη κάποιου άλλου.
π.χ. «Της έκανε κόρτε όλο το βράδυ.»
2. Πολιορκία ερωτική (πιο έντονη έννοια)
Δηλώνει επίμονη προσπάθεια προσέγγισης, συχνά με ρομαντική διάθεση.
3. (Σπανιότερα) αυλή / κύκλος ανθρώπων γύρω από κάποιον σημαντικό (πιο κοντά στην αρχική ιταλική σημασία, αλλά δεν χρησιμοποιείται συχνά στα νέα ελληνικά).
Χρήση σήμερα:
Η λέξη ακούγεται λίγο παλιομοδίτικη ή χιουμοριστική στη σύγχρονη καθομιλουμένη, αλλά εξακολουθεί να χρησιμοποιείται, κυρίως σε πιο ανάλαφρα ή ρομαντικά συμφραζόμενα.
Η ελληνική εκδοχή της λέξης
Η πιο καθαρά ελληνική εκδοχή της λέξης «κόρτε» είναι:
- ερωτοτροπία
Εναλλακτικά, ανάλογα με το ύφος:
- φλερτ (ξενική αλλά πολύ καθιερωμένη λέξη σήμερα)
- πολιορκία (ερωτική) (πιο ποιητικό / έντονο)
- ερωτικό πλησίασμα (περιγραφικό, πιο ουδέτερο)
- καμάκι (λαϊκό, με πιο «επιθετική» χροιά)
Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για ακόμη περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες ελληνικές και ξενικές λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.