Η πιο «επίσημη» ή επιστημονική ελληνική απόδοση της λέξης «σπρέι» είναι πράγματι το «εκνέφωμα».
Ωστόσο:
- Εκνέφωμα → χρησιμοποιείται κυρίως σε τεχνικά, φαρμακευτικά και χημικά συμφραζόμενα (π.χ. εκνέφωμα φαρμάκου, εκνέφωμα αεροζόλ).
- Σπρέι → έχει καθιερωθεί στην καθημερινή γλώσσα ως δάνειο (π.χ. σπρέι μαλλιών, αποσμητικό σπρέι).
Επίσης συναντάτε και ο όρος «αερόλυμα» (από το aerosol), που περιγράφει το μείγμα αερίου και μικροσκοπικών σταγονιδίων, αλλά είναι πιο επιστημονικός όρος.