Η λέξη «τατουάζ» είναι δάνειο από το γαλλικό tatouage, το οποίο προέρχεται από το αγγλικό tattoo. Η απώτερη καταγωγή της βρίσκεται στην πολυνησιακή λέξη tatau, που σήμαινε τη διακόσμηση του σώματος με μόνιμα σχέδια.
Η καθιερωμένη ελληνική απόδοση είναι:
- δερματοστιξία (ιατρικός και πιο επίσημος όρος)
- δερματοστιξία σώματος ή απλώς στιξία σε ειδικά συμφραζόμενα
Η λέξη «δερματοστιξία» σχηματίζεται από τις ελληνικές λέξεις δέρμα + στίζω («τρυπώ, σημαδεύω με μικρά σημάδια»).
Παρόλα αυτά, στην καθημερινή χρήση το «τατουάζ» έχει επικρατήσει σχεδόν ολοκληρωτικά και χρησιμοποιείται πολύ συχνότερα από τη λόγια ελληνική απόδοση.
Παραδείγματα:
- «Έκανε ένα τατουάζ στο χέρι του.»
- «Υποβλήθηκε σε δερματοστιξία για αισθητικούς λόγους.» (πιο επίσημο ή τεχνικό ύφος)
Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για ακόμη περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες ελληνικές και ξενικές λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.