Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς στηρίζει την έκκληση του ΣΕΒ και των ευρωπαϊκών εργοδοτικών φορέων, προτείνοντας πέντε βασικές παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και του ευρωπαϊκού παραγωγικού μοντέλου.
Υπέρ της έκκλησης του ΣΕΒ και των ευρωπαϊκών εργοδοτικών φορέων τάσσεται το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ), ενόψει της άτυπης συνόδου κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 12 Φεβρουαρίου 2026 στο Alben Biesen. Όπως επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση, οι αποφάσεις των Ευρωπαίων ηγετών θα καθορίσουν το μέλλον της ευρωπαϊκής επιχειρηματικότητας και ιδιαίτερα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ).
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, τονίζει ότι «ανταγωνιστικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις σημαίνει και ανταγωνιστική Ευρώπη», υπογραμμίζοντας πως η Ένωση καλείται να αποφασίσει αν επιθυμεί ουσιαστικά να διασφαλίσει την κυριαρχία, την ασφάλεια και την ευημερία της. Παράλληλα, αναγνωρίζει τον διχασμό που υπάρχει στο εσωτερικό της ΕΕ σχετικά με τα προστατευτικά μέτρα υπέρ της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Στο πλαίσιο αυτό, το ΕΒΕΠ αναδεικνύει το όραμα του «Made in Europe» ως κεντρικό άξονα κάθε πολιτικής επιλογής για την ανταγωνιστικότητα. Οι 26,1 εκατομμύρια βιομηχανίες και βιοτεχνίες της Ευρώπης παρέχουν το 65% της απασχόλησης, συμβάλλοντας καθοριστικά στην καινοτομία, στις ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού και στη στήριξη τοπικών κοινωνιών τόσο σε αγροτικές όσο και σε μητροπολιτικές περιοχές. Για τον λόγο αυτό, η ενίσχυση της ετοιμότητας και της ανθεκτικότητας των ΜμΕ απαιτεί στοχευμένα εργαλεία και μηχανισμούς υποστήριξης που θα διασφαλίζουν την επιχειρησιακή τους συνέχεια.
Ωστόσο, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην παραγωγή και τη μεταποίηση εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια, όπως πολύπλοκους κανονισμούς, κατακερματισμένες αγορές, υψηλό ενεργειακό κόστος, αθέμιτο ανταγωνισμό και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Το επιμελητήριο επισημαίνει ότι είναι αναγκαία η απλούστευση των κανονισμών και η αποφυγή νέων γραφειοκρατικών βαρών, χωρίς όμως να θίγεται η ασφάλεια δικαίου και οι ίσοι όροι ανταγωνισμού. Η νομοθεσία, τονίζεται, πρέπει να σχεδιάζεται εξαρχής με γνώμονα τις ΜμΕ, με αναλογικές απαιτήσεις και ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα.
Το ΕΒΕΠ συμφωνεί και στηρίζει τις πέντε βασικές προτάσεις των ευρωπαϊκών εργοδοτικών φορέων:
Πρώτον, οι αρχές οφείλουν να εμπιστεύονται τους επιχειρηματίες για την επίτευξη των στόχων πολιτικής, παρέχοντάς τους την ελευθερία να λειτουργούν τοπικά και διασυνοριακά μέσα σε ένα σταθερό και αναπτυξιακό πλαίσιο.
Δεύτερον, η ΕΕ πρέπει να αξιοποιήσει πλήρως την Ενιαία Αγορά ως μοχλό ανταγωνιστικότητας, διασφαλίζοντας δίκαιους και ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ ευρωπαϊκών και εκτός ΕΕ επιχειρήσεων, ιδίως στον τομέα των ψηφιακών πλατφορμών.
Τρίτον, η ενεργειακή ανθεκτικότητα αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, καθώς οι ΜμΕ δεν μπορούν να επενδύουν και να αναπτύσσονται σε περιβάλλον ασταθούς και απρόβλεπτου ενεργειακού κόστους.
Τέταρτον, η βελτίωση της πρόσβασης σε χρηματοδότηση και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό παραμένει κρίσιμη για τη βιώσιμη ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Πέμπτον, η ψηφιακή κυριαρχία της Ευρώπης πρέπει να διαμορφωθεί με τρόπο που να διευκολύνει τις ΜμΕ, εξασφαλίζοντας ασφαλή πρόσβαση σε δεδομένα, υποδομές και ψηφιακά εργαλεία χωρίς δυσανάλογα διοικητικά βάρη.
Κλείνοντας, ο Βασίλης Κορκίδης σημειώνει ότι στην ΕΕ διαμορφώνονται δύο «στρατόπεδα», με το γερμανό-ιταλικό μπλοκ να εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι σε προστατευτικά μέτρα που ενδέχεται να αποξενώσουν εμπορικούς εταίρους και ξένα επενδυτικά συμφέροντα. Εκφράζει, ωστόσο, την εκτίμηση ότι η Ελλάδα θα στηρίξει μια κατεύθυνση με υψηλές δημόσιες επενδύσεις, λιγότερη γραφειοκρατία, μείωση εξαρτήσεων και ισχυρότερη στήριξη της εγχώριας βιομηχανίας και βιοτεχνίας, επαναλαμβάνοντας ότι «ανταγωνιστικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις σημαίνει και ανταγωνιστική Ευρώπη».