Το Proson.gr παρουσιάζει τη νέα «ιστορία εργασιακής τρέλας» που περιλαμβάνεται στη νέα εβδομαδιαία στήλη της ιστοσελίδας και στην οποία οι συντάκτες αλλά και οι αναγνώστες μοιράζονται αυτό που περιγράφει ο τίτλος: Ιστορίες εργασιακής τρέλας!
Τα ονόματα των πρωταγωνιστών αλλά και των επιχειρήσεων / εταιρειών (όπου αναφέρονται) έχουν παραλλαχθεί για προφανείς λόγους, αλλά οι ιστορίες είναι... πέρα για πέρα αληθινές!
Δεν πίστευα ποτέ ότι θα έφτανα στο σημείο να φοβάμαι να πάω στη δουλειά μου. Στην αρχή, όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Είχα βρει μια θέση εργασίας, ήθελα να αποδείξω την αξία μου και ήμουν πρόθυμος να δουλέψω σκληρά. Δεν φανταζόμουν, όμως, ότι θα κατέληγα να ζω έναν καθημερινό εφιάλτη.
Το αφεντικό μου είχε εμμονή με τον έλεγχο. Δεν του αρκούσε να γνωρίζει αν έκανα σωστά τη δουλειά μου. Ήθελε να ξέρει κάθε λεπτό τι έκανα, πού κοιτούσα και πόσο χρόνο αφιέρωνα σε κάθε εργασία. Υπήρχαν κάμερες παντού, ενώ, σύμφωνα με όσα διαπίστωνα, μπορούσε να παρακολουθεί ακόμη και τις οθόνες των υπολογιστών μας.
Στην αρχή προσπαθούσα να το αγνοώ. Έλεγα στον εαυτό μου ότι ίσως έτσι λειτουργούσε η εταιρεία και ότι, αν έκανα υπομονή, τα πράγματα θα βελτιώνονταν. Σύντομα, όμως, κατάλαβα ότι έκανα λάθος.
Οι ώρες εργασίας άρχισαν να γίνονται ατελείωτες. Δούλευα επτά ημέρες την εβδομάδα και πολλές φορές έφευγα από το γραφείο στις δύο τα ξημερώματα. Δεν είχα χρόνο να ξεκουραστώ, να δω φίλους ή να ασχοληθώ με την προσωπική μου ζωή. Η δουλειά είχε καταπιεί τα πάντα.
Το χειρότερο ήταν ο φόβος. Αν αργούσα έστω και λίγα λεπτά, κινδύνευα να δεχτώ επίπληξη ή κάποια τιμωρία. Ένιωθα ότι έπρεπε να προσέχω κάθε μου κίνηση. Ακόμη κι όταν εργαζόμουν εντατικά, είχα την αίσθηση ότι κάποιος παρακολουθούσε την οθόνη μου, περιμένοντας να κάνω το παραμικρό λάθος.
Κάποιες νύkτες, όταν η δουλειά τελείωνε, το αφεντικό μας συγκέντρωνε στο μπαλκόνι και άρχιζε να μας επικρίνει. Ήμουν εξαντλημένος, αλλά έπρεπε να στέκομαι εκεί και να ακούω. Αναρωτιόμουν πώς ήταν δυνατόν να θεωρεί κάποιος φυσιολογικό να αντιμετωπίζει έτσι τους ανθρώπους που εργάζονταν για εκείνον.
Με τον καιρό, άρχισα να αλλάζω. Δεν είχα πια διάθεση για τίποτα. Ξυπνούσα το πρωί και η πρώτη μου σκέψη ήταν ότι έπρεπε να επιστρέψω σε εκείνο το μέρος. Ένιωθα διαρκώς κουρασμένος και εκνευρισμένος. Το χειρότερο ήταν ότι είχα αρχίσει να θεωρώ πως ίσως έφταιγα εγώ, πως έπρεπε απλώς να αντέξω λίγο περισσότερο.
Μέχρι που ένα βράδυ είπα στον εαυτό μου: «Ως εδώ. Δεν αξίζει να καταστρέφω τη ζωή μου για αυτή τη δουλειά».
Κάθισα στον υπολογιστή μου και έγραψα ένα μεγάλο email παραίτησης. Περιέγραψα όσα είχα ζήσει, την ατελείωτη εργασία, την παρακολούθηση, την πίεση και την έλλειψη σεβασμού. Δεν ήθελα να φύγω σιωπηλά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Ήθελα να πω επιτέλους όσα κρατούσα μέσα μου τόσο καιρό. Έστειλα το email σε ολόκληρη την ομάδα.
Το επόμενο πρωί πήγα νωρίς στο γραφείο. Μάζεψα τα προσωπικά μου αντικείμενα, έκλεισα τον υπολογιστή και κοίταξα για τελευταία φορά τον χώρο που μου είχε προκαλέσει τόσο άγχος. Το αφεντικό μου δεν είχε εμφανιστεί ακόμη. Πήρα την τσάντα μου και έφυγα χωρίς να περιμένω κανέναν.
Καθώς απομακρυνόμουν, ένιωσα κάτι που είχα ξεχάσει πώς ήταν: ανακούφιση. Για πρώτη φορά μετά από μήνες, δεν χρειαζόταν να κοιτάζω το ρολόι, να φοβάμαι τις κάμερες ή να αναρωτιέμαι ποια θα ήταν η επόμενη παρατήρηση. Το αφεντικό μου δεν απάντησε ποτέ στο email μου.
Δεν ξέρω αν κατάλαβε ποτέ τι είχε κάνει. Ξέρω, όμως, ότι εγώ έμαθα κάτι που δεν θα ξεχάσω: καμία δουλειά δεν αξίζει να χάνεις την ηρεμία, την αξιοπρέπεια και την προσωπική σου ζωή.
Για μήνες πίστευα ότι έπρεπε να αντέξω. Τελικά, το πιο δύσκολο δεν ήταν να συνεχίσω να δουλεύω εκεί. Ήταν να βρω το θάρρος να φύγω. Και όταν τελικά έφυγα, κατάλαβα ότι δεν εγκατέλειπα απλώς μια δουλειά. Έβγαινα από μια φυλακή που είχα αρχίσει να πιστεύω ότι ήταν η φυσιολογική μου ζωή.
Τη σημερινή ιστορία εργασιακής τρέλας έστειλε στο proson.gr ο αναγνώστης Γ.Μ.
Τις νέες ιστορίες μπορείτε να τις βρίσκετε κάθε Δευτέρα στην αντίστοιχη στήλη: Ιστορίες εργασιακής τρέλας