Στην κορύφωσή της βρίσκεται αυτή την περίοδο η διασπορά της εποχικής γρίπης και των λοιμώξεων του αναπνευστικού, όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του ΕΟΔΥ και καθηγητής Επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Χρήστος Χατζηχριστοδούλου. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αυξημένη επιβάρυνση αναμένεται να συνεχιστεί και τις επόμενες ημέρες, με τις νοσηλείες να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Η φετινή επιδημιολογική εικόνα παρουσιάζει αυξημένο αριθμό κρουσμάτων σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, εξέλιξη που συνδέεται και με την εμφάνιση νέου στελέχους της γρίπης, το οποίο εμφανίζει μεγαλύτερη μεταδοτικότητα. Ωστόσο, σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, ο εμβολιασμός εξακολουθεί να παρέχει σημαντική προστασία, κυρίως απέναντι στις σοβαρές μορφές της νόσου.
Αυξημένη νησυχία προκαλεί το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των ασθενών που νοσηλεύονται σε Μονάδες Εντατικής Θεραπείας είναι ανεμβολίαστοι. Σύμφωνα με προκαταρκτικές ευρωπαϊκές μελέτες, η αποτελεσματικότητα του εμβολίου αγγίζει περίπου το 57%, ποσοστό που θεωρείται σημαντικό, ειδικά για την αποτροπή σοβαρών επιπλοκών. Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί τονίζουν ότι ο εμβολιασμός παραμένει χρήσιμος ακόμη και αυτή την περίοδο.
Συγκεκριμένα, οι ειδικοί διευκρινίζουν ότι η κορύφωση δεν σημαίνει άμεση αποκλιμάκωση. Αντιθέτως, η μείωση των κρουσμάτων γίνεται σταδιακά και μπορεί να διαρκέσει αρκετές εβδομάδες, ενώ συχνά ακολουθεί και δεύτερο κύμα με γρίπη τύπου Β, το οποίο περιλαμβάνεται στο εμβόλιο και μπορεί να προκαλέσει εξίσου σοβαρή νόσηση.
Συστάσεις απευθύνονται κυρίως σε ευάλωτες ομάδες και άτομα άνω των 60–65 ετών, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται σε χώρους με συνωστισμό, όπως τα μέσα μαζικής μεταφοράς ή οι χώροι λατρείας. Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι όσοι εμφανίζουν συμπτώματα θα πρέπει να περιορίζουν τις μετακινήσεις τους ή να χρησιμοποιούν μάσκα, ως στοιχειώδη πράξη προστασίας των γύρω τους.
Καθοριστικό ρόλο παίζει πλέον η εύκολη πρόσβαση σε ταχέα διαγνωστικά τεστ, τα οποία μπορούν να εντοπίσουν πολλαπλούς ιούς με χαμηλό κόστος. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι ευάλωτοι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν αντιική θεραπεία εντός 48 ωρών από την εμφάνιση συμπτωμάτων, καθώς έτσι μειώνεται δραστικά ο κίνδυνος σοβαρής επιδείνωσης και νοσηλείας.