Η τραγωδία στη μπισκοτοβιομηχανία Βιολάντα επαναφέρει με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο το ζήτημα των ελέγχων για την τήρηση των μέτρων ασφάλειας στους χώρους εργασίας. Την ίδια στιγμή, αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τη στελέχωση της Επιθεώρησης Εργασίας, που καλείται να επιβλέπει χιλιάδες επιχειρήσεις με εξαιρετικά περιορισμένο προσωπικό.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του thesspost.gr, στις περίπου 6.000 επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην περιοχή των Τρικάλων και της Καρδίτσας, ανάμεσά τους και το εργοστάσιο της Βιολάντα, αντιστοιχούν μόλις τέσσερις επιθεωρητές εργασίας, εκ των οποίων ο ένας είναι προϊστάμενος. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει το μέγεθος της υποστελέχωσης, σε μια περίοδο που τα ζητήματα ασφάλειας και πρόληψης εργατικών ατυχημάτων βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Τα στοιχεία που παραθέτει η πρόεδρος του Συλλόγου Επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία και υπαλλήλων Επιθεώρησης Εργασίας, Παναγιώτα Ρόζου, δείχνουν ότι πανελλαδικά υπηρετούν μόλις 233 επιθεωρητές Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, συμπεριλαμβανομένων και των νησιωτικών περιοχών, με βάση την ετήσια έκθεση απολογισμού του 2024. Όπως επισημαίνει, η υποστελέχωση αυτή δεν αποτελεί απλώς διοικητικό ζήτημα, αλλά θέμα που συνδέεται άμεσα με την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
«Είναι χαρακτηριστικό ότι για όλες τις επιχειρήσεις των Τρικάλων και της Καρδίτσας, αναλογούν τρεις επιθεωρητές εργασίας κι ένας προϊστάμενος. Ανάλογη είναι η κατάσταση και στον Έβρο και στη Ροδόπη, όπου οι επιθεωρητές εργασίας είναι τρεις, εκ των οποίων ο ένας είναι προϊστάμενος, αλλά και σε όλες τις περιφέρειες.
Ένας επιθεωρητής εργασίας για 1.700 επιχειρήσεις
Σύμφωνα με τα πανελλαδικά στοιχεία, ένας επιθεωρητής εργασίας είναι υπεύθυνος να ελέγξει πάνω από 1.700 επιχειρήσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Πλέον, η Επιθεώρηση Εργασίας απαρτίζεται από 233 επιθεωρητές Ασφαλείας και Υγείας σε όλη τη χώρα, σε αντίθεση τις 415 θέσεις που προβλέπονταν το 2000.
Με την ενίσχυση της επιθεώρηση Ασφαλείας και Υγείας με επιθεωρητές θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μεγαλύτερος αριθμός ελέγχων και δίνοντας ταυτόχρονα βάρος στις επιχειρήσεις με αυξημένη επικινδυνότητα, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η πίεση προς τις επιχειρήσεις για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και για την απαιτούμενη τήρηση των μέτρων ασφαλείας.
«Η ασφάλεια των εργαζόμενων πρέπει προπαντός να είναι ο στόχος των εταιριών, όμως οι εργοδότες που προσπαθούν να μειώσουν το κόστος μειώνοντας τα μέτρα ασφαλείας, επιβάλλεται να έχουν το ‘’άγχος’’ του ότι θα ελεγχθούν και θα δεχτούν κυρώσεις.»
Η ίδια αναφέρεται και στη σταδιακή αποψίλωση του ανθρώπινου δυναμικού της υπηρεσίας, αλλά και στη γήρανση του προσωπικού, γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο το έργο των ελέγχων.
«Το κράτος επέλεξε να μειώσει τις οργανικές θέσεις, οπότε οι όποιες κενές υπήρχαν, καταργήθηκαν σύμφωνα με τον μνημονιακό νόμο. Τώρα, συνεχώς αποχωρούν εργαζόμενοι και δεν γίνονται καθόλου προσλήψεις, το πολύ δύο, πέντε ή και καμία ανά έτος.
Φτάσαμε στο σημείο να μειωνόμαστε ολοένα και περισσότερο, ενώ ο μέσος όρος ηλικίας είναι άνω των 55 ετών. Τι βούληση έχει η πολιτεία, να υπηρετήσουμε τον θεσμό όταν δεν προσπαθεί να ανανεώσει το προσωπικό σε μια εργασία που απαιτεί σωματικές και πνευματικές δυνάμεις;».
Όπως τονίζει, με βάση τον αριθμό των επιχειρήσεων και τις ανάγκες που υπάρχουν, οι επιθεωρητές θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον διπλάσιοι.
«Θεωρώ ότι πρέπει να είμαστε τουλάχιστον 500 -που και πάλι δε θα είναι εφικτό να επισκεπτόμαστε κάθε μέρα όλες τις επιχειρήσεις-, αλλά πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει και να ανανεώνεται το προσωπικό με περισσότερες δυνάμεις.
Όσο πιο πολύ εντείνονται οι έλεγχοι, τόσο πιο πολύ πιέζονται οι επιχειρήσεις να εφαρμόζουν τη νομοθεσία και να ελέγχουν τα συστήματα ασφαλείας. Θα μετρούσαμε σίγουρα μείωση του αριθμού των σοβαρών και θανατηφόρων ατυχημάτων», καταλήγει.