Σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών με αναστολή έως την εκδίκαση της έφεσης καταδικάστηκε 43χρονος ηθοποιός και σκηνοθέτης, ο οποίος κρίθηκε ένοχος με οριακή πλειοψηφία από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών για βιασμό και απόπειρα βιασμού σε βάρος δύο γυναικών.
Οι πράξεις φέρεται να διαπράχθηκαν τον Δεκέμβριο του 2012 και τον Αύγουστο του 2013.
Μετά την εκφώνηση της απόφασης, ο καταδικασθείς δεν οδηγήθηκε στη φυλακή, αλλά αφέθηκε ελεύθερος με τον περιοριστικό όρο της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, απόφαση που ταυτιζόταν με την πρόταση της εισαγγελέως της έδρας.
Αναγνώριση ελαφρυντικού
Το δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, του αναγνώρισε το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, ενώ απέρριψε το αίτημα περί αναγνώρισης σύννομου βίου. Ο πρόεδρος και δύο ένορκοι μειοψήφησαν, εκφράζοντας επιφυλάξεις σχετικά με την ενοχή του.
Ανάλογες επιφυλάξεις είχε διατυπώσει και η εισαγγελέας κατά την αγόρευσή της, εισηγούμενη την αθώωσή του. Είχε αναφερθεί σε αντιφάσεις και κενά στα αποδεικτικά στοιχεία των καταγγελιών, καθώς και στην έλλειψη ιατροδικαστικών ευρημάτων, λόγω της χρονικής απόστασης από τα καταγγελλόμενα περιστατικά.
Αντιδράσεις στην αίθουσα του δικαστηρίου
Η ανακοίνωση της ετυμηγορίας προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην αίθουσα του δικαστηρίου. Οι δύο γυναίκες που είχαν καταγγείλει τα περιστατικά ξέσπασαν σε κλάματα ανακούφισης, ενώ η σύζυγος του κατηγορουμένου, που τον στήριζε σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, λύγισε συναισθηματικά.
Ο ίδιος δήλωσε ότι η πολυετής δικαστική διαδικασία τον έχει εξαντλήσει οικονομικά και ψυχικά, αναφερόμενος σε σοβαρές επιπτώσεις στην οικογενειακή του ζωή και σε πλήρη επαγγελματική απαξίωση.
Κατά την απολογία του είχε αρνηθεί τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι καταγγελίες συνδέονται με το κλίμα του κινήματος #MeToo και ότι δέχτηκε στοχευμένη επίθεση, ισχυρισμοί που δεν έγιναν αποδεκτοί από την πλειοψηφία του δικαστηρίου.