Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) αξιοποιεί πλέον αυτοματοποιημένα ψηφιακά συστήματα για την παρακολούθηση της οικονομικής δραστηριότητας φυσικών και νομικών προσώπων, ενισχύοντας τον εντοπισμό φοροδιαφυγής και ύποπτων προσαυξήσεων περιουσίας.
Τι εξετάζει η φορολογική διοίκηση
Οι έλεγχοι δεν περιορίζονται στις τραπεζικές καταθέσεις, αλλά περιλαμβάνουν:
-
Δάνεια και ρυθμίσεις οφειλών
-
Πιστωτικές και προπληρωμένες κάρτες
-
Επενδυτικά προϊόντα (μετοχές, παράγωγα, ρέπος)
-
Ασφαλιστικά συμβόλαια
-
Λογαριασμούς πληρωμών και ηλεκτρονικά πορτοφόλια
-
Τραπεζικές θυρίδες
Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ένας πλήρης οικονομικός φάκελος ανά ΑΦΜ, επιτρέποντας στοχευμένους ελέγχους.
Πώς «ανάβουν» τα σήματα κινδύνου
Το Σύστημα Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας εντοπίζει πιθανές παρατυπίες όπως:
-
Μεγάλες ή συχνές καταθέσεις χωρίς εμφανή προέλευση
-
Αγορές ακινήτων ή πολυτελών αγαθών που δεν δικαιολογούνται από τα εισοδήματα
-
Υψηλές δαπάνες ή αποπληρωμές δανείων/καρτών ασύμβατες με τις δηλώσεις
-
Πληροφορίες από τρίτους ή το εξωτερικό
-
Δραστηριότητες σε κλάδους υψηλού κινδύνου
BANCAPP: Το εργαλείο-κλειδί
Το BANCAPP είναι το σύστημα διασταύρωσης τραπεζικών και χρηματοοικονομικών δεδομένων της ΑΑΔΕ. Με την έκδοση εντολής ελέγχου:
-
Αίρεται αυτομάτως το τραπεζικό και χρηματοοικονομικό απόρρητο
-
Συλλέγονται στοιχεία έως και πέντε έτη πίσω
-
Οι έλεγχοι πραγματοποιούνται χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, επιταχύνοντας τη διαδικασία
Συνέπειες σε περίπτωση αδικαιολόγητης προσαύξησης
Όταν διαπιστώνεται αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, θεωρείται:
-
Φορολογητέο εισόδημα ή
-
Κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα
και φορολογείται με συντελεστή 33%.
Η νέα ψηφιακή πραγματικότητα επιτρέπει ταχύτερους και πιο ακριβείς ελέγχους, με την ΑΑΔΕ να διαθέτει πλέον όλα τα εργαλεία για να εντοπίζει ασυνέπειες και να παρεμβαίνει άμεσα.