Προφυλακιστέος κρίθηκε, με σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέα, ο ιδιοκτήτης της μπισκοτοβιομηχανίας Βιολάντα, Κωνσταντίνος Τζιωρτζιώτης, μετά από μαραθώνια απολογία στο πλαίσιο της δικαστικής διερεύνησης για τη φονική έκρηξη στο εργοστάσιο στα Τρίκαλα, που στοίχισε τη ζωή σε πέντε εργαζόμενες.
Ο κατηγορούμενος απολογήθηκε με υπόμνημα, δεχόμενος σειρά ερωτήσεων από τον ανακριτή, με βασικό σημείο διερεύνησης το πότε ενημερώθηκε για τη διαρροή προπανίου που οδήγησε στην τραγωδία.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ιδιοκτήτης φέρεται να υποστήριξε ότι ενημερώθηκε καθυστερημένα για το πρόβλημα, εκφράζοντας παράλληλα τη θλίψη του για τα θύματα.
Κατά τις ίδιες πηγές, δήλωσε «συγκλονισμένος» από το συμβάν, ενώ υποστήριξε ότι δεν γνώριζε τον κίνδυνο και πως θεωρούσε τους χώρους ασφαλείς. Παράλληλα φέρεται να ανέφερε ότι στον συγκεκριμένο χώρο έπαιζαν ακόμη και τα παιδιά του.
Στο ίδιο πλαίσιο υπέδειξε συνεργάτες που είχαν την τεχνική ευθύνη, υποστηρίζοντας ότι η πληροφορία για την έντονη οσμή έφτασε πολύ αργά στον ίδιο.
«Δεν θα μπορούσα να γνωρίζω τα τεχνικά ζητήματα»
Σύμφωνα με την ΕΡΤ, ο κατηγορούμενος φέρεται να υποστήριξε ότι διευθύνει μεγάλη επιχείρηση και δεν μπορούσε να έχει προσωπική γνώση για τεχνικά ζητήματα, τονίζοντας πως είχε γύρω του ειδικούς συνεργάτες.
Παράλληλα δήλωσε ότι θα στηρίξει τις οικογένειες των θυμάτων «μέχρι τέλους», καθώς και τους εργαζόμενους της εταιρείας.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, η πολύωρη απολογία προκάλεσε ερωτήματα από την εισαγγελική λειτουργό, χωρίς όμως να υπάρξει διαφοροποίηση στη βασική υπερασπιστική γραμμή ότι δεν είχε γνώση της διαρροής.
Το κατηγορητήριο και πιθανή διεύρυνση ευθυνών
Με βάση το αναβαθμισμένο κατηγορητήριο, ο ιδιοκτήτης αντιμετωπίζει κατηγορίες για έκρηξη με ενδεχόμενο δόλο, ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή και πρόκληση σωματικών βλαβών κατά συρροή.
Την ίδια στιγμή, οι δικαστικές αρχές εξετάζουν τη διεύρυνση των ευθυνών και προς άλλα πρόσωπα που είχαν ρόλο στη λειτουργία και εγκατάσταση του συστήματος προπανίου.
Μαρτυρίες εργαζομένων: «Μύριζε σαν υγραέριο»
Ιδιαίτερο βάρος έχουν καταθέσεις εργαζομένων που περιγράφουν προϋπάρχον πρόβλημα έντονης οσμής.
Εργαζόμενος ανέφερε ότι η μυρωδιά έμοιαζε «μόνο με τη μυρωδιά που βγάζουν τα αυτοκίνητα στα βενζινάδικα όταν κάνουν πλήρωση με υγραέριο», ενώ κατέθεσε πως είχε ενημερώσει συναδέλφους.
Σε ερώτηση για οδηγίες ασφάλειας, δήλωσε: «Μου έχει δείξει κάποια πράγματα, αλλά δεν μου έχει δείξει τι να κάνω αν πάρει φωτιά ο φούρνος».
Για την εκπαίδευση ανέφερε επίσης: «Αλλά δεν μου τα έδειξε ποτέ κανένας» και πως «δεν είχαμε κάνει κάποιου είδους εκπαίδευση».
Προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν
Άλλη εργαζόμενη με πολυετή εμπειρία κατέθεσε ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει ποτέ και ότι ενημέρωσε τη διοίκηση για την οσμή, ενώ τους διαβεβαίωναν «ότι δεν υπάρχει οσμή».
Σε άλλη κατάθεση αναφέρεται ότι η οσμή αποδιδόταν σε αποχετεύσεις, με οδηγία να λέγεται στο προσωπικό πως «η οσμή προέρχεται από τους βόθρους μέχρι να δούμε τι έχει γίνει».
Μαρτυρίες κάνουν λόγο για έντονη μυρωδιά που «έκανε τα μάτια μου να τσούζουν», αλλά και για προειδοποιήσεις ότι έμοιαζε «σαν υγραέριο και όχι σαν να μυρίζει η αποχέτευση».
Η στιγμή της έκρηξης
Εργαζόμενος περιέγραψε τη στιγμή της καταστροφής λέγοντας ότι «έσβησαν τα φώτα και ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος, που τον παρομοιάζω ως κρότο χειροβομβίδας», ενώ κατέθεσε ότι άκουγε φωνές συναδέλφων να καλούν σε βοήθεια.
Σημαντικό στοιχείο της δικογραφίας αποτελεί κατάθεση μηχανολόγου που διαπίστωσε «έντονη διαρροή αερίου» στο υπόγειο δίκτυο προπανίου, εκτιμώντας ότι μακροχρόνια διαρροή και συσσώρευση αερίου θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην έκρηξη, πιθανότατα από σπινθήρα.
Η δικαστική διερεύνηση επικεντρώνεται πλέον τόσο στα αίτια της έκρηξης όσο και στις ευθύνες για τη συντήρηση, την ενημέρωση και την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας πριν από το δυστύχημα.