Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) δημοσίευσε τα στοιχεία της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (SILC) για το 2025, που αφορούν εισοδήματα του 2024. Η έρευνα καταγράφει τον κοινωνικό αποκλεισμό και την κατανομή του εισοδήματος στη χώρα, παρέχοντας συγκρίσιμα δεδομένα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, περίπου το 27,5% του ελληνικού πληθυσμού, δηλαδή σχεδόν 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι, βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Πρόκειται για αύξηση σε σχέση με το 2024, όταν το ποσοστό ήταν 26,9%. Οι ειδικοί σημειώνουν ότι η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στην υλική και κοινωνική στέρηση, η οποία αυξήθηκε από 14% σε 14,9%.
Ιδιαίτερα ευάλωτα παραμένουν τα παιδιά έως 17 ετών, με το ποσοστό κινδύνου φτώχειας να φτάνει το 29,6%, αυξημένο σε σχέση με το 2024 (27,9%).
Το πρόγραμμα «Ευρώπη 2030» στοχεύει στη μείωση κατά 15 εκατομμύρια των ατόμων που βρίσκονται ή κινδυνεύουν να βρεθούν σε κατάσταση φτώχειας, από τα οποία 5 εκατομμύρια είναι παιδιά.
Ποιοι πλήττονται περισσότερο
Η φτώχεια επηρεάζει διαφορετικά τους τύπους νοικοκυριών:
-
Στα νοικοκυριά με έναν ενήλικα και τουλάχιστον ένα παιδί, ο κίνδυνος φτώχειας φτάνει το 36,1%.
-
Στα νοικοκυριά με δύο ενήλικες και ένα παιδί, το ποσοστό μειώνεται στο 22,1%.
Η ιδιοκατοίκηση παρέχει μερική προστασία, αλλά με σημαντικές διαφορές: τα νοικοκυριά που έχουν ιδιόκτητη κατοικία χωρίς οικονομικές υποχρεώσεις έχουν ποσοστό κινδύνου 26,3%, ενώ αυτά που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία στην αγορά φτάνουν το 30,6%.
Ο ρόλος των κοινωνικών παροχών
Το κατώφλι φτώχειας για μονοπρόσωπα νοικοκυριά ορίστηκε στα 7.020 ευρώ ετησίως, ενώ για νοικοκυριά δύο ενηλίκων με δύο παιδιά κάτω των 14 ετών φτάνει τα 14.742 ευρώ. Το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της χώρας εκτιμάται σε 21.724 ευρώ.
Σημαντική είναι η συμβολή των κοινωνικών μεταβιβάσεων και των συντάξεων στη μείωση του κινδύνου φτώχειας: χωρίς καμία στήριξη, το ποσοστό φτάνει το 43,9%, ενώ με τις συντάξεις μειώνεται στο 23,2% και συνολικά, με όλες τις κοινωνικές παροχές, στο 19,6%. Δηλαδή οι κοινωνικές πολιτικές μειώνουν τον κίνδυνο φτώχειας κατά 24,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Η εισοδηματική κατάσταση των φτωχών δείχνει ότι το 50% των ατόμων που βρίσκονται κάτω από το κατώφλι της φτώχειας έχει εισόδημα κάτω από το 78,3% του κατωφλίου, δηλαδή περίπου 5.500 ευρώ ετησίως. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι οι φτωχότεροι πολίτες έχουν σημαντικά περιορισμένη δυνατότητα επιβίωσης.
Εκπαίδευση και κίνδυνος φτώχειας
Η εκπαίδευση φαίνεται να λειτουργεί ως προστατευτικός παράγοντας:
-
Οι απόφοιτοι μόνο προσχολικής, πρωτοβάθμιας και πρώτου σταδίου δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κινδυνεύουν περισσότερο, με ποσοστό 29,9%.
-
Οι απόφοιτοι δευτεροβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έχουν ποσοστό 18,3%.
-
Οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης πλήττονται λιγότερο, με μόλις 7,1%.
Φτώχεια και εργασία
Η εργασία περιορίζει τον κίνδυνο φτώχειας, αλλά όχι για όλους:
-
Για τους εργαζόμενους 18-64 ετών, το ποσοστό φτώχειας είναι 9,7%, μειωμένο κατά 0,8 μονάδες σε σχέση με το 2024.
-
Όσοι εργάζονται πλήρως πλήρους απασχόλησης έχουν ποσοστό 9,1%, ενώ οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας 21,4%.
Η φτώχεια παραμένει ένα σοβαρό κοινωνικό ζήτημα στην Ελλάδα. Τα παιδιά, τα μονογονεϊκά νοικοκυριά και όσοι ζουν σε ενοικιαζόμενα σπίτια είναι οι πιο ευάλωτες ομάδες. Παράλληλα, οι κοινωνικές μεταβιβάσεις και οι συντάξεις αποτελούν κρίσιμα εργαλεία για τη μείωση του κινδύνου φτώχειας, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή και την προστασία των πιο αδύναμων.