Θετική ανταπόκριση καταγράφεται στην εξαγγελία του Κυριάκου Μητσοτάκη για τη χορήγηση ειδικής αποζημίωσης προς τις ακτοπλοϊκές εταιρείες, με στόχο να αποφευχθούν νέες αυξήσεις στις τιμές των εισιτηρίων.
Το μέτρο εντάσσεται στη συνολική δέσμη παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση των ανατιμήσεων που προκαλούνται από τη διεθνή ενεργειακή κρίση και τον πόλεμο στο Ιράν, με βασική επιδίωξη τη συγκράτηση των τιμών στα περσινά επίπεδα.
Η κρατική αποζημίωση θα συνδέεται άμεσα με υποχρεωτικές εκπτώσεις στα εισιτήρια, τις οποίες θα πρέπει να εφαρμόζουν οι ακτοπλοϊκές εταιρείες.
Όπως τόνισε ο πρωθυπουργός, το μέτρο αποτελεί «άμυνα» απέναντι στο αυξημένο κόστος των ναυτιλιακών καυσίμων, το οποίο έχει ασκήσει έντονες πιέσεις στον κλάδο.
Στόχος είναι να διατηρηθούν οι τιμές προσιτές για το επιβατικό κοινό, ιδιαίτερα ενόψει περιόδων υψηλής ζήτησης, όπως το Πάσχα και η θερινή σεζόν.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το χρηματοδοτικό σκέλος, καθώς –όπως επισημάνθηκε– το βάρος δεν θα καλυφθεί αποκλειστικά από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Συγκεκριμένα, προβλέπεται αύξηση της φορολόγησης στα κέρδη από διαδικτυακά τυχερά παιχνίδια τύπου καζίνο, με στόχο την εξασφάλιση περίπου 100 εκατ. ευρώ.
Η παρέμβαση χαρακτηρίζεται «δίκαιη», καθώς μεταφέρει μέρος του κόστους σε έναν κλάδο με υψηλή κερδοφορία και μικρότερο κοινωνικό αποτύπωμα.
Ικανοποίηση από τον κλάδο της ναυτιλίας
Οι εκπρόσωποι της επιβατηγού ναυτιλίας υποδέχθηκαν θετικά την ανακοίνωση, τονίζοντας ότι πρόκειται για μια αναγκαία στήριξη σε έναν κλάδο που μέχρι σήμερα δεν είχε επαρκή κάλυψη για τις υποχρεωτικές εκπτώσεις.
Υπενθυμίζεται ότι οι εκπτώσεις στα ακτοπλοϊκά εισιτήρια κυμαίνονται συνήθως από 20% έως 50%, ανάλογα με την κατηγορία επιβάτη, όπως:
- φοιτητές
- άτομα με αναπηρία
- πολύτεκνοι και άλλες ευάλωτες ομάδες
Το συνολικό κόστος αυτών των εκπτώσεων εκτιμάται ότι ανέρχεται σε 40 έως 60 εκατ. ευρώ ετησίως για τα δρομολόγια εντός Ελλάδας.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, με στοχευμένα μέτρα αντί για οριζόντιες μειώσεις.
Με τον τρόπο αυτό, επιχειρείται να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ στήριξης των πολιτών και δημοσιονομικής σταθερότητας, χωρίς να επιβαρύνεται συνολικά η οικονομία.