Η λέξη «σοκάκι» δεν είναι αρχαία ελληνική, αλλά δάνειο που πέρασε στην ελληνική γλώσσα από το τουρκικό sokak (που σημαίνει «δρόμος / στενός δρόμος»), με απώτερη ρίζα από τα αραβικά.
Η πιο «ελληνική εκδοχή» της έννοιας, δηλαδή οι καθαρά ελληνικοί αντίστοιχοι όροι, είναι:
- στενό (ο πιο συνηθισμένος σήμερα)
- δρομάκι (λαϊκός, πιο περιγραφικός)
- στενοδρόμι (παλαιότερος/λογοτεχνικός τύπος)
- αλέα (σε πιο λόγια χρήση, συνήθως δενδροφυτεμένος διάδρομος)
Άρα, όταν λέμε «σοκάκι», στα ελληνικά το αποδίδουμε κυρίως ως στενό ή δρομάκι, ανάλογα με το ύφος του λόγου.
Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για ακόμη περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες ελληνικές λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.