Παρά την υποχώρησή του στο 4,4% τον Ιούνιο, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία. Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει αισθητά υψηλότερο δείκτη σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που διαμορφώνεται στο 2,8%, γεγονός που διατηρεί την πίεση στα νοικοκυριά, περιορίζει την κατανάλωση και επιβραδύνει την αναπτυξιακή δυναμική.
Η ακρίβεια, κυρίως στα τρόφιμα αλλά και στην ενέργεια, εξακολουθεί να απορροφά σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών. Ως αποτέλεσμα, περιορίζονται οι δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες όπως η ένδυση, τα ηλεκτρονικά είδη, η ψυχαγωγία και το λιανεμπόριο, τομείς που αποτελούν βασικούς μοχλούς της οικονομικής ανάπτυξης.
Οι οικονομικές εκτιμήσεις δείχνουν ότι κάθε μία ποσοστιαία μονάδα απρόβλεπτης αύξησης του πληθωρισμού μπορεί να μειώσει κατά περίπου 0,3% τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης μιας οικονομίας. Με τον μέσο πληθωρισμό του πρώτου εξαμήνου του 2026 να διαμορφώνεται στο 4,02%, σημαντικά υψηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις, ο στόχος για ανάπτυξη 2% φέτος εμφανίζεται πλέον ιδιαίτερα δύσκολος.
Στο μικροσκόπιο οι νέες προβλέψεις για την οικονομία
Η αβεβαιότητα που επικρατεί στη Μέση Ανατολή και οι εξελίξεις γύρω από τον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχία στις αγορές, καθώς ενδεχόμενες αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας θα μπορούσαν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο τις πληθωριστικές πιέσεις.
Υπό αυτά τα δεδομένα, το βασικό οικονομικό σενάριο προβλέπει περαιτέρω επιβράδυνση της ελληνικής οικονομίας, με τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ να εκτιμάται πλέον κοντά στο 1,8%, ενώ δεν αποκλείεται να κινηθεί ακόμη και στο 1,7%, εφόσον επιδεινωθούν οι διεθνείς συνθήκες.
Η ακρίβεια εξανεμίζει τις αυξήσεις στους μισθούς
Την ίδια ώρα, η συνεχής άνοδος των τιμών μειώνει σημαντικά την πραγματική αξία των μισθών. Σύμφωνα με την εαρινή έκθεση του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου, οι ονομαστικές αυξήσεις που δόθηκαν τα τελευταία δύο χρόνια απορροφήθηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου από τον πληθωρισμό.
Η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων αυξήθηκε μόλις κατά 0,1% το 2025, ενώ αντίστοιχη οριακή μεταβολή προβλέπεται και για το 2026. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, ο δομικός πληθωρισμός λειτούργησε ως βασικός παράγοντας που εξουδετέρωσε τα οφέλη από τις μισθολογικές αυξήσεις, διατηρώντας ουσιαστικά αμετάβλητο το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Παράλληλα, η άνοδος των τιμών επηρεάζει και τον πραγματικό κύκλο εργασιών των επιχειρήσεων. Αν και οι εισπράξεις των σούπερ μάρκετ εμφανίζονται αυξημένες λόγω των ανατιμήσεων, ο όγκος των προϊόντων που αγοράζουν οι καταναλωτές μειώνεται, καθώς ολοένα μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού κατευθύνεται στην κάλυψη βασικών αναγκών.
Ανατιμήσεις σε τρόφιμα, καύσιμα και ενοίκια
Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι, παρά τη μικρή αποκλιμάκωση του γενικού δείκτη τον Ιούνιο, οι αυξήσεις σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες παραμένουν έντονες.
Στα τρόφιμα, ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,7%, σημαντικά υψηλότερα από το 1,6% που καταγράφηκε στη ζώνη του ευρώ. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις εντοπίζονται στο μοσχάρι (+15,6%), στο αρνί και το κατσίκι (+16,2%), στα ψάρια (+11,1%), στη μαργαρίνη και τα φυτικά λίπη (+9,7%), καθώς και στους χυμούς φρούτων (+6,5%).
Αντίστοιχα, το φυσικό αέριο είναι ακριβότερο κατά 24,6%, ενώ οι τιμές στα καύσιμα αυξήθηκαν κατά 12%. Σημαντικές ανατιμήσεις καταγράφονται επίσης στα αεροπορικά εισιτήρια (+15,6%), στα πακέτα διακοπών (+5,3%), στα ενοίκια (+7,1%) και στα ασφάλιστρα υγείας (+7%).
Οι τελευταίες προβλέψεις επιβεβαιώνουν ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα διατηρηθούν και τους επόμενους μήνες. Η Τράπεζα της Ελλάδος αναθεώρησε προς τα πάνω την εκτίμησή της για τον πληθωρισμό στο 3,8%, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι θα διαμορφωθεί στο 3,7%, αισθητά υψηλότερα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις. Αντίστοιχα, στην Ευρωζώνη ο μέσος πληθωρισμός αναμένεται πλέον να κινηθεί γύρω στο 3%, γεγονός που δείχνει ότι η μάχη κατά της ακρίβειας παραμένει δύσκολη τόσο για την Ελλάδα όσο και για την υπόλοιπη Ευρώπη.