Η εξαγορά πλασματικών ετών ασφάλισης τα τελευταία χρόνια αποτελεί ένα από τα βασικά «εργαλεία» που αξιοποιούν οι ασφαλισμένοι, είτε για να επιταχύνουν την έξοδό τους προς τη σύνταξη είτε για να αυξήσουν το τελικό ποσό που θα λάβουν.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΦΚΑ, σχεδόν ένας στους δύο ασφαλισμένους εξετάζει πλέον την πιθανότητα αναγνώρισης πλασματικού χρόνου, καθώς τα γενικά όρια ηλικίας για συνταξιοδότηση παραμένουν υψηλά και συνδέονται με τη συμπλήρωση μεγάλου χρόνου ασφάλισης.
Σήμερα, για την καταβολή πλήρους σύνταξης απαιτείται είτε η συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης και ηλικία 62 ετών είτε η συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας με λιγότερα χρόνια εργασίας. Η εξαγορά πλασματικών ετών μπορεί να λειτουργήσει ως «γέφυρα» για τη συμπλήρωση των απαιτούμενων ετών και σε αρκετές περιπτώσεις να επιτρέψει έξοδο έως και επτά χρόνια νωρίτερα από το γενικό όριο ηλικίας.
Πλασματικά έτη για δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους
Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο δίνει τη δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικού χρόνου που κυμαίνεται από πέντε έως επτά έτη για τους περισσότερους ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα. Στο Δημόσιο, ωστόσο, το περιθώριο είναι μεγαλύτερο και μπορεί να φτάσει έως και τα 12 έτη, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές διαφορές μεταξύ δημοσίων υπαλλήλων και εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.
Η αξιοποίηση των πλασματικών ετών αφορά συγκεκριμένες κατηγορίες ασφαλισμένων. Μεταξύ αυτών βρίσκονται γονείς ανηλίκων ή τρίτεκνοι στο Δημόσιο που μπορούν να συμπληρώσουν αναδρομικά 25ετία σε κρίσιμα έτη, μητέρες ανηλίκων με 5.500 ημέρες ασφάλισης στο πρώην ΙΚΑ, αλλά και εργαζόμενοι σε ΔΕΚΟ και τράπεζες που επιδιώκουν να κατοχυρώσουν ευνοϊκότερα όρια ηλικίας. Παράλληλα, δημόσιοι υπάλληλοι που στοχεύουν στη συμπλήρωση 35ετίας, 36ετίας ή 37ετίας χρησιμοποιούν συχνά την αναγνώριση πλασματικού χρόνου ώστε να θεμελιώσουν δικαίωμα συνταξιοδότησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και για τους ελεύθερους επαγγελματίες που είναι ασφαλισμένοι σε πρώην ταμεία όπως το ΟΑΕΕ ή το ΕΤΑΑ, καθώς μέσω της εξαγοράς μπορούν να συμπληρώσουν τα απαιτούμενα 40 χρόνια ασφάλισης και να αποχωρήσουν από την εργασία τους στο 62ο έτος της ηλικίας τους.
Η διαδικασία αναγνώρισης πλασματικών ετών δεν αφορά μόνο τη συμπλήρωση του απαραίτητου χρόνου ασφάλισης, αλλά επηρεάζει και το ύψος της σύνταξης. Ο χρόνος που εξαγοράζεται προσμετράται κανονικά στον ασφαλιστικό βίο και συμβάλλει στην αύξηση της ανταποδοτικής σύνταξης, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική διαφορά στο τελικό ποσό που θα λάβει ο συνταξιούχος.
Το κόστος που συνοδεύει την εξαγορά πλασματικών ετών
Ωστόσο, η εξαγορά πλασματικών ετών συνοδεύεται και από κόστος. Μετά τις αλλαγές που εφαρμόστηκαν το 2016, το ποσό που απαιτείται για την αναγνώριση πλασματικού χρόνου αντιστοιχεί περίπου στο 20% των μεικτών αποδοχών του προηγούμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης. Το ποσοστό αυτό καλύπτει το σύνολο των εισφορών για κύρια σύνταξη, δηλαδή τόσο το μέρος του εργαζομένου όσο και του εργοδότη. Για τους δημοσίους υπαλλήλους το ποσοστό παραμένει επίσης 20% επί των συντάξιμων αποδοχών.
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες το κόστος εξαγοράς συνδέεται με την ασφαλιστική κατηγορία στην οποία ανήκουν, καθώς υπολογίζεται με βάση τη μηνιαία εισφορά που καταβάλλεται για τον κλάδο της κύριας σύνταξης.
Υπάρχει επίσης η δυνατότητα εφάπαξ εξόφλησης του ποσού εξαγοράς, η οποία συνοδεύεται από έκπτωση 2% για κάθε έτος που αναγνωρίζεται. Με αυτόν τον τρόπο, ένας ασφαλισμένος που εξαγοράζει περισσότερα χρόνια μπορεί να μειώσει σημαντικά το συνολικό κόστος.
Σε αρκετές περιπτώσεις το οικονομικό όφελος από την εξαγορά πλασματικών ετών είναι σημαντικό. Εκτιμάται ότι η διαφορά στο ποσό της σύνταξης μπορεί να φτάσει ή ακόμη και να ξεπεράσει τα 500 ευρώ τον μήνα, ιδιαίτερα όταν με την αναγνώριση του χρόνου ο ασφαλισμένος αποφεύγει τη μειωμένη σύνταξη και κατοχυρώνει πλήρη.
Παρά τα οφέλη, οι ειδικοί τονίζουν ότι η εξαγορά πλασματικών ετών δεν είναι συμφέρουσα σε κάθε περίπτωση. Απαιτείται προσεκτική εκτίμηση τόσο του κόστους όσο και του αναμενόμενου οφέλους, καθώς το ύψος των αποδοχών, τα πραγματικά χρόνια ασφάλισης και η ηλικία του ασφαλισμένου επηρεάζουν καθοριστικά την τελική απόφαση.