Breaking news

Λέξεις και γλώσσα
A

Η λέξη «φανφάρα» έχει κυρίως δύο συνήθεις χρήσεις:

Στην κυριολεξία: Αναφέρεται σε μια επίδειξη ήχου με όργανα, συνήθως χάλκινα – δηλαδή μια ομάδα μουσικών που παίζουν δυνατά και εντυπωσιακά, συχνά σε παρέλαση ή τελετή. Στα αγγλικά θα ήταν κάτι σαν fanfare.

Μεταφορικά: Χρησιμοποιείται για να περιγράψει πομπώδη, επιδεικτική ή υπερβολική συμπεριφορά ή λόγια, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Παράδειγμα: «Όλη αυτή η φανφάρα για το νέο προϊόν δεν με εντυπωσίασε».

Η λέξη προέρχεται από τη γαλλική fanfare, που έχει την ίδια μουσική έννοια.

Google News Ακολουθήστε το Proson στo Google News

Δημοφιλείς Ειδήσεις