Η λέξη «ντεκαντάνς» προέρχεται από τη γαλλική λέξη décadence, που σημαίνει κυριολεκτικά «πτώση» ή «παρακμή», η κατιούσα, ο ξεπεσμός, ο εκφυλισμός, η κατάντια, η κατάπτωση.
Στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται κυρίως με δύο βασικές έννοιες:
Πολιτισμική ή ηθική παρακμή: Αναφέρεται σε μια φάση όπου μια κοινωνία, ένας πολιτισμός ή μια τέχνη παρουσιάζει φθίνουσα ποιότητα, σπατάλη, υπερβολή ή αποσύνθεση αξιών.
Παράδειγμα: «Η ντεκαντάνς της αριστοκρατίας τον 19ο αιώνα εκφραζόταν μέσα από πολυτελή δείπνα και τελετές χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.»
Στιλιστική ή καλλιτεχνική έκφραση: Στον χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας, η «ντεκαντάνς» περιγράφει ένα κίνημα ή στυλ που τονίζει την αισθητική υπερβολή, την ηδονή, τη μελαγχολία και την αίσθηση παρακμής.
Παράδειγμα: «Ο Μπωντλέρ είναι από τους κορυφαίους εκπροσώπους της ντεκαντάνς στη γαλλική ποίηση.»
Με πιο απλά λόγια, η λέξη συνδέεται με παρακμή, υπερβολή, ματαιοδοξία και αισθητική υπερβολή, είτε στην κοινωνία είτε στην τέχνη.