Η λέξη «μπαλαγιάζ» (από το γαλλικό balayage) σημαίνει κυριολεκτικά «σάρωμα» ή «πέρασμα», αλλά στα ελληνικά χρησιμοποιείται κυρίως σε συγκεκριμένο πλαίσιο:
Στην κομμωτική
Το μπαλαγιάζ είναι τεχνική βαφής μαλλιών, κατά την οποία το χρώμα «απλώνεται» ελεύθερα πάνω στις τούφες, χωρίς αυστηρές γραμμές.
Αποτέλεσμα:
- φυσικές ανταύγειες
- ομαλές μεταβάσεις χρώματος
- εφέ σαν να έχουν «ανοίξει» τα μαλλιά από τον ήλιο
Σε αντίθεση με τις κλασικές ανταύγειες, δεν ξεκινά απαραίτητα από τη ρίζα και δείχνει πιο ανεπιτήδευτο.
Μεταφορικά
Πιο σπάνια, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μεταφορικά για να δηλώσει ένα γενικό, «σαρωτικό» πέρασμα ή μια επιφανειακή επεξεργασία.