Η λέξη «πεπατημένη» σημαίνει τη συνηθισμένη, ήδη δοκιμασμένη και ασφαλή οδό, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά.
Κυριολεκτικά:
η πεπατημένη οδός είναι το μονοπάτι που έχει πατηθεί πολλές φορές, άρα είναι εμφανές και εύκολο να το ακολουθήσεις.
Μεταφορικά (που τη συναντάμε πιο συχνά):
δηλώνει τον καθιερωμένο τρόπο σκέψης ή δράσης, αυτόν που ακολουθούν οι περισσότεροι, χωρίς ρίσκο ή πρωτοτυπία.
Παράδειγμα:
- «Ακολούθησε την πεπατημένη και δεν πήρε ρίσκα.»
- «Δεν ήθελε την πεπατημένη λύση, αλλά κάτι πιο τολμηρό.»