Η λέξη «μαρσάρω» χρησιμοποιείται στην ελληνική γλώσσα κυρίως με αναφορά στα αυτοκίνητα και σημαίνει ότι ένα όχημα ξεκινάει ή κινείται με έντονη ισχύ, ανεβάζοντας στροφές ο κινητήρας. Συχνά λέγεται και με ελαφρώς μεταφορική έννοια, π.χ. «μαρσάρω για να τα καταφέρω», δηλαδή «ξεκινώ δυναμικά ή με ενέργεια».
Η σημασία της λέξης
- πατάω το γκάζι οχήματος (συνήθως το ρήμα χρησιμοποιείται για τετράτροχα) χωρίς όμως να κινώ το όχημα
Η προέλευση της λέξης
Η λέξη «μαρσάρω» προέρχεται από το γαλλικό ρήμα «marcher», που σημαίνει «κινώμαι», «λειτουργώ» ή «δουλεύω». Στη γαλλική, το ρήμα χρησιμοποιείται ευρέως και για μηχανές, όπως: la machine marche («η μηχανή δουλεύει»).
Στα ελληνικά, η λέξη υιοθετήθηκε γύρω στη δεκαετία του 1960–1970 και πήρε την τεχνική, μηχανοκίνητη χροιά που έχει σήμερα, ειδικά για αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες.