Η ελληνική γλώσσα, μέσα από τον πλούτο των σπάνιων λέξεων και των πολυσύνθετων νοημάτων της, συνιστά έναν ζωντανό και διαρκώς εξελισσόμενο θησαυρό έκφρασης, ικανό να αποδίδει με ακρίβεια αλλά και λεπτότητα κάθε σκέψη και κάθε συναισθηματική απόχρωση.
Η λέξη «πομάδα» προέρχεται από την ιταλική λέξη «pomata», που με τη σειρά της προέρχεται από το λατινικό «pomatum» που σημαίνει «παχύρρευστο μείγμα από λάδι ή λίπος με φάρμακο ή αρωματικά».
Στην αρχή, η έννοια σχετιζόταν κυρίως με φαρμακευτικές ή αρωματικές αλοιφές, ενώ αργότερα άρχισε να χρησιμοποιείται και για καλλυντικές ή κομμωτικές ουσίες, όπως οι πομάδες για τα μαλλιά.