Η λέξη «μελανζέ» προέρχεται από τα γαλλικά (mélangé) και σημαίνει κυριολεκτικά «αναμεμιγμένο» ή «μεικτό».
Στη χρήση της στην ελληνική γλώσσα, συνήθως αναφέρεται σε ύφασμα ή νήμα που έχει αναμειγμένα χρώματα ή ίνες, δίνοντας ένα ελαφρώς «σποραδικό» ή «ψευδομονοχρωματικό» αποτέλεσμα, όχι ένα καθαρό μονόχρωμο.
Η ελληνική εκδοχή της λέξης θα ήταν απλώς «αναμεμιγμένο», «μεικτό» ή «πολυχρωμία», ανάλογα με τα συμφραζόμενα.