Η λέξη «στραφταλιζέ» είναι η ελληνική εκδοχή της γαλλικής λέξης «scintillé» ή του ιταλικού «scintillare», ανάλογα με το πλαίσιο. Χρησιμοποιείται κυρίως για να περιγράψει κάτι που λάμπει, αστράφτει ή έχει γυαλιστερή/λαμπερή επιφάνεια.
Στην καθημερινή χρήση, συνδέεται με υφάσματα, ρούχα ή αντικείμενα που έχουν μεταλλική ή γυαλιστερή εμφάνιση, όπως ένα φόρεμα με στρας ή ένα γυαλιστερό αξεσουάρ.
Παράδειγμα:
«Το φόρεμά της ήταν στραφταλιζέ και τράβηξε όλα τα βλέμματα.».