Καθοριστική για το εισόδημα εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων αναμένεται να είναι η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, η οποία ανακοινώνεται σήμερα, σε μια συγκυρία όπου το αυξημένο κόστος ζωής συνεχίζει να ασκεί ισχυρές πιέσεις στα νοικοκυριά.
Η εφαρμογή του νέου κατώτατου μισθού τοποθετείται χρονικά την 1η Απριλίου 2026, με τις τελευταίες εκτιμήσεις να συγκλίνουν σε μια αύξηση 4,5% έως 5,5%. Αυτό μεταφράζεται σε αποδοχές της τάξης των 920 έως 930 ευρώ, από τα 880 ευρώ που ισχύουν σήμερα.
Αυξήσεις που «αγγίζουν» και το Δημόσιο
Αν και η αύξηση αφορά άμεσα περίπου 600.000 εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, η επίδρασή της επεκτείνεται και στο Δημόσιο, επηρεάζοντας περίπου 770.000 υπαλλήλους.
Η σύνδεση αυτή προκύπτει από το θεσμικό πλαίσιο που προβλέπει ότι ο εισαγωγικός μισθός στο Δημόσιο δεν μπορεί να υπολείπεται του κατώτατου μισθού του ιδιωτικού τομέα. Ως αποτέλεσμα, κάθε αναπροσαρμογή μεταφέρεται οριζόντια σε όλα τα μισθολογικά κλιμάκια.
Στην πράξη, η αύξηση εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ενίσχυση αποδοχών περίπου 50 ευρώ μηνιαίως, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με την κατηγορία, τα χρόνια υπηρεσίας και τα καθήκοντα κάθε εργαζομένου.
Ενδεικτικά, υπάλληλος Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης με πολυετή προϋπηρεσία θα δει τις αποδοχές του να αυξάνονται περίπου από τα 1.310 στα 1.360 ευρώ, ενώ εργαζόμενος Τεχνολογικής Εκπαίδευσης μπορεί να δει τον μισθό του να προσεγγίζει τα 1.957 ευρώ από περίπου 1.907 ευρώ.
Στήριξη εισοδήματος με ισορροπία
Η επιλογή της συγκεκριμένης αύξησης επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και στις αντοχές της οικονομίας και των επιχειρήσεων.
Σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από πληθωριστικές πιέσεις και αυξημένο λειτουργικό κόστος, μια πιο επιθετική αύξηση θα μπορούσε να μετακυλιστεί στις τιμές, επιβαρύνοντας τελικά τους καταναλωτές. Έτσι, η μετριοπαθής προσέγγιση εμφανίζεται ως η πιο ρεαλιστική επιλογή.
Το κρίσιμο μέτωπο των συλλογικών συμβάσεων
Πέρα από τον κατώτατο μισθό, το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστικότερες αυξήσεις στον μέσο μισθό.
Ο στόχος είναι η σημαντική διεύρυνση της κάλυψης των εργαζομένων, από περίπου 30% σήμερα στο 80%, όπως προβλέπεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ήδη σε αρκετούς κλάδους παρατηρείται κινητικότητα, με αυξήσεις που κυμαίνονται μεταξύ 5% και 6% ετησίως, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν ακόμη και υψηλότερα.
Ωστόσο, η εικόνα παραμένει ανομοιογενής, καθώς βασικοί τομείς της οικονομίας, όπως το εμπόριο, εξακολουθούν να λειτουργούν χωρίς ενεργές συλλογικές συμβάσεις.