Η λέξη «εμαγιέ» είναι δάνειο από τα γαλλικά (émaillé) και χρησιμοποιείται ευρέως στα ελληνικά, κυρίως για να περιγράψει αντικείμενα με επικάλυψη σμάλτου (π.χ. κατσαρόλες, πινακίδες).
Η καθαρά ελληνική εκδοχή της είναι:
«σμαλτωμένος» ή «επισμαλτωμένος»
Και τα δύο προέρχονται από τη λέξη «σμάλτο», που είναι το υλικό της υαλώδους επίστρωσης.
Παράδειγμα:
- εμαγιέ κατσαρόλα → σμαλτωμένη κατσαρόλα
- εμαγιέ επιφάνεια → επισμαλτωμένη επιφάνεια
Στην καθημερινή χρήση πάντως, το «εμαγιέ» παραμένει πιο συνηθισμένο.