Η ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει για τον αστείρευτο πλούτο και τη μοναδική εκφραστική της δύναμη, καθώς μέσα από το ευρύ λεξιλόγιό της καταφέρνει να αποδίδει με ξεχωριστή ακρίβεια συναισθήματα, εικόνες και βιώματα της καθημερινής ζωής.
Η λέξη φωτοβολία προέρχεται από το «φως» + «βολή» και σημαίνει κυριολεκτικά την εκπομπή ή διάχυση φωτός. Χρησιμοποιείται κυρίως σε πιο ποιητικό, λογοτεχνικό ή λόγιο ύφος.
Μπορεί να περιγράψει:
- τη λάμψη που εκπέμπει ένα σώμα ή πρόσωπο,
- τη φωτεινή ακτινοβολία,
- μεταφορικά, μια έντονη πνευματική ή ψυχική λάμψη.
Παράδειγμα:
- «Η φωτοβολία του ηλιοβασιλέματος σκέπαζε τη θάλασσα.»
Ή μεταφορικά:
- «Το πρόσωπό της είχε μια παράξενη φωτοβολία.»
Συγγενικές λέξεις:
- φωτοβόλος
- φωτοβολώ
- φωτοβολταϊκός
- φωτοχυσία
- ακτινοβολία
Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για ακόμη περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες ελληνικές λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.