Η ελληνική γλώσσα διακρίνεται για τον ιδιαίτερο πλούτο και τη μοναδικότητα του λεξιλογίου της, καθώς διαθέτει λέξεις που μπορούν να αποδώσουν με ακρίβεια και ουσιαστικό βάθος ακόμη και τα πιο σύνθετα συναισθήματα και νοήματα. Μία από αυτές τις λέξεις είναι και η λέξη «σιγόντο».
Η λέξη «σιγόντο» σημαίνει υποστήριξη, βοήθεια ή συνοδεία σε κάτι που κάνει ή λέει κάποιος άλλος. Χρησιμοποιείται κυρίως μεταφορικά, όταν κάποιος «παίζει δεύτερο ρόλο» και ενισχύει έναν άλλον άνθρωπο.
Παραδείγματα:
- «Του έκανε σιγόντο στη συζήτηση» → τον υποστήριξε, συμφώνησε μαζί του.
- «Ήταν το σιγόντο του παρουσιαστή» → είχε βοηθητικό/δευτερεύοντα ρόλο.
Η λέξη προέρχεται από το ιταλικό secondo («δεύτερος») και πέρασε στα ελληνικά μέσω του θεάτρου και της μουσικής, όπου δήλωνε τη δεύτερη φωνή ή τη συνοδευτική συμμετοχή.
Άλλη σημασία της λέξης
- (ναυτικός όρος) η κατάσταση κατά την οποία ένα ιστιοπλοϊκό σκάφος έχει σταθερή πλεύση όρτσα και ο άνεμος αλλάζει κατεύθυνση προς τα πλάγια του σκάφους
Μείνετε συντονισμένοι στο Proson.gr για ακόμη περισσότερες ενδιαφέρουσες και σπάνιες ελληνικές λέξεις που αξίζει να ανακαλύψουμε.