Η λέξη «ντέρτι» δεν είναι ελληνικής προέλευσης· προέρχεται από το τουρκικό dert, που σημαίνει πόνος, στεναχώρια, βάσανο.
Η πιο κοντινή ελληνική απόδοση είναι:
- καημός (η πιο καθιερωμένη αντιστοιχία)
- ή πιο γενικά: στεναχώρια, ψυχικός πόνος, βάρος στην καρδιά
Στη λαϊκή χρήση, το «ντέρτι» έχει κρατήσει αυτή τη χροιά του βαθιού συναισθηματικού πόνου ή του “μαράζι” που λέμε και αλλιώς.