Η λέξη «περίβλεπτος» σημαίνει αυτός που ξεχωρίζει, που είναι επιφανής, αξιοθαύμαστος ή αξιοσέβαστος λόγω της θέσης, της φήμης ή των ικανοτήτων του.
Προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό:
- «περί» + «βλέπω»
- δηλαδή «αυτός που τον βλέπουν όλοι γύρω», ο εξέχων.
Παραδείγματα:
- «Ήταν μια περίβλεπτη προσωπικότητα της πόλης.»
- «Η οικογένεια θεωρούνταν περίβλεπτη στην κοινωνία της εποχής.»
Συνώνυμα:
- επιφανής
- εξέχων
- διακεκριμένος
- αξιοσέβαστος
Σημείωση:
Στα αρχαία ελληνικά μπορούσε να σημαίνει και «ορατός από παντού» ή «σε περίοπτη θέση».