Η λέξη μπουτίκ είναι δάνειο από τα γαλλικά boutique, που σημαίνει «μικρό κατάστημα», συνήθως με είδη μόδας, αξεσουάρ ή προϊόντα ιδιαίτερου χαρακτήρα.
Η προέλευση
Η γαλλική λέξη boutique προέρχεται από την παλαιοπροβηγκιανή botica, η οποία με τη σειρά της ανάγεται στο λατινικό apotheca («αποθήκη», «κατάστημα»). Από την ίδια λατινική ρίζα προέρχεται και η ελληνική λέξη αποθήκη, καθώς και το φαρμακείο σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες (π.χ. apothecary στα αγγλικά).
Η ελληνική εκδοχή της λέξης
Δεν υπάρχει μία καθιερωμένη αμιγώς ελληνική λέξη που να αποδίδει ακριβώς το ύφος της «μπουτίκ». Ανάλογα με τα συμφραζόμενα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι όροι:
- κατάστημα ένδυσης
- κατάστημα μόδας
- ειδικό κατάστημα
- μικρό κατάστημα μόδας
- οίκος μόδας (όταν αναφέρεται σε επιχείρηση με δικό της σχεδιασμό)
Ωστόσο, στην καθημερινή χρήση η λέξη μπουτίκ έχει επικρατήσει πλήρως στα ελληνικά και δύσκολα αντικαθίσταται, επειδή δεν δηλώνει απλώς ένα κατάστημα αλλά συνήθως ένα μικρό, κομψό και εξειδικευμένο εμπορικό χώρο.
Ενδιαφέρον είναι ότι η λέξη αποθήκη και η μπουτίκ έχουν τελικά κοινή μακρινή ετυμολογική καταγωγή, παρότι σήμερα οι σημασίες τους φαίνονται εντελώς διαφορετικές.