Η λέξη «καρνάγιο» είναι δάνειο από τα ιταλικά, συγκεκριμένα από τη λέξη carenaggio, που σημαίνει τον χώρο όπου ένα πλοίο ανελκύεται για επισκευή ή καθαρισμό της γάστρας του.
Στα ελληνικά, το καρνάγιο είναι το μικρό παραδοσιακό ναυπηγείο ή ο χώρος όπου κατασκευάζονται, συντηρούνται και επισκευάζονται κυρίως ξύλινα σκάφη.
Η λέξη συνδέεται ετυμολογικά με την ιταλική carena («καρίνα», «γάστρα πλοίου»). Από εκεί προήλθε και το ρήμα carenare («γέρνω το πλοίο για να καθαριστεί ή να επισκευαστεί η γάστρα του»), και τελικά το carenaggio, δηλαδή ο χώρος όπου γινόταν αυτή η εργασία.
Αν θέλαμε να αποδώσουμε την έννοια με καθαρά ελληνική λέξη, η πλησιέστερη είναι το ναυπηγείο ή, πιο ειδικά, επισκευαστική ζώνη σκαφών. Ωστόσο, το «καρνάγιο» έχει διατηρήσει τη δική του ιδιαίτερη σημασία και παραπέμπει κυρίως στα παραδοσιακά ξύλινα καΐκια και τη ναυτική τέχνη του Αιγαίου και του Ιονίου.
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι στις περιοχές με έντονη ενετική επιρροή επικράτησε ο όρος καρνάγιο, ενώ στις περιοχές με οθωμανική επιρροή χρησιμοποιήθηκε συχνότερα η λέξη ταρσανάς, η οποία έχει τουρκική προέλευση.