Η λέξη «σαλόνι» είναι δάνειο από τα ιταλικά (salone), τα οποία με τη σειρά τους προέρχονται από το γαλλικό salon. Αρχικά δήλωνε τη μεγάλη αίθουσα υποδοχής ενός σπιτιού ή ανακτόρου.
Η καθαρά ελληνική εκδοχή που χρησιμοποιήθηκε κυρίως στην καθαρεύουσα είναι η λέξη «καθιστικό», δηλαδή ο χώρος όπου κάθονται και υποδέχονται επισκέπτες οι ένοικοι ενός σπιτιού. Σε παλαιότερα κείμενα μπορεί να συναντήσει κανείς και όρους όπως «αίθουσα υποδοχής» ή «επισκέπτιον», αν και δεν επικράτησαν στη νεοελληνική.
Ετυμολογικά, η διαδρομή της λέξης είναι περίπου η εξής:
- Λατινικό sala («μεγάλη αίθουσα»)
- Γαλλικό salon («μεγάλη αίθουσα υποδοχής»)
- Ιταλικό salone («μεγάλη αίθουσα»)
- Ελληνικό σαλόνι
Σήμερα, το «καθιστικό» θεωρείται η πιο φυσική ελληνική απόδοση του «σαλονιού», αν και στην καθημερινή χρήση το δάνειο «σαλόνι» παραμένει μακράν συνηθέστερο.