Η λέξη «ντεμπούτο» είναι δάνειο από τα γαλλικά début, που σημαίνει «αρχή», «ξεκίνημα», «πρώτη εμφάνιση».
Η γαλλική λέξη προέρχεται από το παλαιό γαλλικό ρήμα débuter, το οποίο αρχικά σήμαινε «σπρώχνω έξω από τα όρια» ή «ξεκινώ έναν αγώνα», και ανάγεται στη λέξη but («στόχος», «όριο»).
Στα ελληνικά, η καθαρά ελληνική απόδοση του «ντεμπούτο» είναι:
- πρώτη εμφάνιση
- πρώτη παρουσία
- πρεμιέρα (ανάλογα με το συμφραζόμενο, αν και η λέξη είναι επίσης δάνειο από τα γαλλικά)
- πρωτοεμφάνιση (η πιο κοντινή μονολεκτική ελληνική απόδοση)
Παραδείγματα:
«Ο ποδοσφαιριστής έκανε το ντεμπούτο του στην εθνική ομάδα» → «Ο ποδοσφαιριστής πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση στην εθνική ομάδα».
«Το ντεμπούτο άλμπουμ του καλλιτέχνη» → «Το πρώτο άλμπουμ του καλλιτέχνη».
Ενδιαφέρον είναι ότι η λέξη «ντεμπούτο» δεν έχει ελληνική ρίζα, σε αντίθεση με πολλές διεθνείς λέξεις που προέρχονται από τα ελληνικά. Πρόκειται για γαλλικό δάνειο που πέρασε στα ελληνικά κυρίως μέσω του θεάτρου, της μουσικής και αργότερα του αθλητισμού.